ギリシャ語辞典における聖書の語「μέλι」

⚠️ 申し訳ございませんが、このページは現在開発中です

μέλι [meli]

翻訳

en: honey
jp: 蜜

形態論

性: 中性
数: 単数
格: 対格
品詞: 名詞

統計

ID: 9738
単語数: 4
語彙素の繰り返し: 4
語彙素: μέλι

ランダム聖句

黙. 10:10
καὶ ἔλαβον τὸ βιβλαρίδιον ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ ἀγγέλου καὶ κατέφαγον αὐτό, καὶ ἦν ἐν τῷ στόματί μου ὡς μέλι γλυκύ· καὶ ὅτε ἔφαγον αὐτό, ἐπικράνθη ἡ κοιλία μου
わたしは、その小さな巻物を天使の手から受け取って、食べてしまった。それは、口には蜜のように甘かったが、食べると、わたしの腹は苦くなった。
マコ. 1:6
καὶ ἦν ὁ Ἰωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον
ヨハネはらくだの毛衣を着、腰に革の帯を締め、いなごと野蜜を食べていた。
黙. 10:9
καὶ ἀπῆλθα πρὸς τὸν ἄγγελον λέγων αὐτῷ δοῦναί μοι τὸ βιβλαρίδιον. καὶ λέγει μοι, Λάβε καὶ κατάφαγε αὐτό, καὶ πικρανεῖ σου τὴν κοιλίαν, ἀλλ᾿ ἐν τῷ στόματί σου ἔσται γλυκὺ ὡς μέλι
そこで、天使のところへ行き、「その小さな巻物をください」と言った。すると、天使はわたしに言った。「受け取って、食べてしまえ。それは、あなたの腹には苦いが、口には蜜のように甘い。」
マタ. 3:4
Αὐτὸς δὲ ὁ Ἰωάννης εἶχεν τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, ἡ δὲ τροφὴ ἦν αὐτοῦ ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον
ヨハネは、らくだの毛衣を着、腰に革の帯を締め、いなごと野蜜を食べ物としていた。

μέλι [meli] — honey Abbott-Smith, Manual Greek Lexicon of the NT

μέλι, -τος, τό
[in LXX frequently (Gen.43:11, al.) for דְּבַשׁ; for נֹפֶת, Pro.5:3 ;]
honey: Rev.10:9-10 ἄγριον (which see), Mat.3:4, Mrk.1:9.†
(AS) 出典: STEPBible.org (Tyndale House, Cambridge), CC BY 4.0

μέλι [meli] — honey Liddell–Scott–Jones, LSJ

μέλῐ, τό,
genitive ῐτος, etc.; dative μέλι [Refs 5th c.BC+]:—honey, [Refs 8th c.BC+]; said to be made from the palm (φοῖνιξ), [Refs 5th c.BC+]
2 in comparisons, of anything sweet, especially of eloquence, μέλιτος γλυκίων ῥέεν αὐδή [Refs 8th c.BC+], of those who refuse to take 'the rough with the smooth', [Refs 7th c.BC+]
II sweet gum collected from certain trees, manna, [Refs 4th c.BC+]; μ. ἄγριον, μαινόμενον, [Refs 1st c.BC+]. (Cf. Gothic milip, Latin mel.) 出典: STEPBible.org (Tyndale House, Cambridge), CC BY 4.0