ギリシャ語辞典における聖書の語「μετοικεσία」

⚠️ 申し訳ございませんが、このページは現在開発中です

μετοικεσίας [metoikesias]

翻訳

en: exile
jp: 捕囚の, 捕囚

形態論

性: 女性
数: 単数
格: 属格
品詞: 名詞

統計

ID: 13503
単語数: 2
語彙素の繰り返し: 3
語彙素: μετοικεσία

ランダム聖句

マタ. 1:11
Ἰωσίας δὲ ἐγέννησεν τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος
ヨシヤは、バビロンへ移住させられたころ、エコンヤとその兄弟たちをもうけた。
マタ. 1:17
Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραὰμ ἕως Δαυὶδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυὶδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες
こうして、全部合わせると、アブラハムからダビデまで十四代、ダビデからバビロンへの移住まで十四代、バビロンへ移されてからキリストまでが十四代である。

μετοικεσία [metoikesia] — deportation Abbott-Smith, Manual Greek Lexicon of the NT

μετοικεσία, -ας, ἡ
(= cl. μετολκία, -κησις; μετοικέω, to change one's abode), [in LXX chiefly for גּוֹלָה and cogn. forms, Ezk.12:11, Ob 20, al. ;]
change of abode, migration: of the Babylonian exile, μ. Βαβυλῶνος, Mat.1:11-12, 17.†
(AS) 出典: STEPBible.org (Tyndale House, Cambridge), CC BY 4.0

μετοικεσία [metoikesia] — deportation Liddell–Scott–Jones, LSJ

μετοικ-εσία, ἡ,
=μετοικία 1, especially of the captivity of the Jews, [LXX+NT]; also πλεόνων μ. 'the land o' the leal', [Refs 1st c.AD+] 出典: STEPBible.org (Tyndale House, Cambridge), CC BY 4.0