Ημέρες μνήμης: 3 (16) Οκτωβρίου, 4 (17) Ιανουαρίου (στην Σύναξη των 70 Αποστόλων)
Βιογραφία
Η πρώτη μνεία του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη περιέχεται στην Πράξη των Αποστόλων. Σύμφωνα με τις Πράξεις, μετά το κήρυγμα του αποστόλου Παύλου στον αθηναϊκό Αρεοπαγό, «ἄνδρες δέ τινες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν οἷς καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ἕτεροι σὺν αὐτοῖς» (Πράξ. 17:34). Θεωρείται ότι η Δάμαρις ήταν σύζυγος του Διονυσίου. Ο Ευσέβιος Καισαρείας στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» (αρχές IV αι.) με αναφορά στην επιστολή προς Αθηναίους του ιερομάρτυρα Διονυσίου, επισκόπου Κορίνθου (II αι.), αναφέρει ότι ο Διονύσιος ήταν ο πρώτος επίσκοπος Αθηνών. Η αρχαία εκκλησιαστική παράδοση για την χειροτονία του Διονυσίου σε επίσκοπο από τον απόστολο Παύλο πιστοποιείται επίσης στις «Αποστολικές Διαταγές» (τέλος IV αι.).
Σύμφωνα με τη μεσαιωνική εκκλησιαστική παράδοση, που διαμορφώθηκε το αργότερο τον IX αιώνα, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης έγινε ο πρώτος επίσκοπος Αθηνών, στη συνέχεια επίσκοπος της πόλης Παρισίων (σύγχρονο Παρίσι) και απεβίωσε μαρτυρικά. Ανά τους αιώνες η παράδοση της λατρείας του Διονυσίου, ως συγχρόνου των αποστόλων, που υπηρέτησε στις Αθήνες, τα Παρίσια, τη Ρώμη, δεν ήταν ενιαία. Θεωρούνταν ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο ή ότι υπήρχαν πολλοί Διονύσιοι. Στη σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο Διονύσιος των Παρισίων διαχωρίζονται. Ωστόσο, η ταύτιση των δύο Διονυσίων, που διαμορφώθηκε στην εκκλησιαστική παράδοση της Δύσης και της Ανατολής τον IX αιώνα, διατηρείται στα μηνολόγια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο άγιος Δημήτριος Ροστόφ συμπεριέλαβε τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη στη Σύναξη των 70 Αποστόλων και όρισε την εορτή της μνήμης του στις 4 Ιανουαρίου.
Με το όνομα του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη συνδέεται ένα σώμα θεολογικών συγγραμμάτων που είχαν μεγάλη επίδραση στην ορθόδοξη θεολογία. Στη σύγχρονη πατρολογική επιστήμη θεωρείται ότι μέχρι τις αρχές του VI αιώνα αυτό το σώμα δεν ήταν γνωστό, καθώς οι πρώτες αδιαμφισβήτητες μνείες σε αυτό ανάγονται σε αυτήν την εποχή. Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι το τέλος του XV αιώνα σχεδόν κανείς δεν αμφέβαλε για την ανήκειντα των έργων του σώματος στον απόστολο μαθητή Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Κατά την εποχή της Αναγέννησης, Βυζαντινοί και Δυτικοί ουμανιστές εξέφρασαν αμφιβολίες για την γνησιότητα των συγγραμμάτων, οι οποίες προηγήθηκαν μιας επανεξέτασης του χρόνου σύνταξης του σώματος. Από το τέλος του XIX αιώνα, στην ξένη και στην πατρίδα επιστήμη, η άποψη για την ύστερη προέλευση του σώματος έγινε κυρίαρχη. Σύγχρονοι ερευνητές, συμπεριλαμβανομένων και ορθόδοξων, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο καθορισμός του συγκεκριμένου συγγραφέα των έργων είναι αδύνατος. Σήμερα η έμφαση έχει μεταφερθεί από την αναζήτηση του συγγραφέα σε μια εποικοδομητική ανάλυση του περιεχομένου του σώματος των Αρεοπαγιτικών.