Ὠδὴ α´
Ἔγινε βοηθὸς καὶ σκεπαστής μου
ὁδηγώντας με στὴ σωτηρία
ὁ ἀληθινὸς Θεός μου,
γι᾿ αὐτὸ θὰ Τὸν δοξάσω.
Εἶν᾿ ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μου,
γι᾿ αὐτὸ θὰ Τὸν φυλάξω ψηλὰ στὴν καρδιά μου,
μιὰ καὶ μὲ δοξολογίες δοξάζεται.
Ποῦθε ν᾿ ἀρχίσω νὰ θρηνῶ
τὶς πράξεις τῆς ἄθλιας ζωῆς μου;
Ποιά νὰ βάλω,
Χριστέ μου, πρώτη
σ᾿ αὐτό μου τὸν θρῆνο;
Σπλαχνικὸς ὅμως καθὼς εἶσαι, δῶσ᾿ μου
τῶν ἁμαρτημάτων μου τὴν ἄφεση.
Ἐμπρός, ταλαίπωρη ψυχή,
μὲ τὸ σῶμα σου στὸν Δημιουργὸ τῶν πάντων
ἐξομολογήσου.
Καὶ δῶσε πιὰ ὑπόσχεση ἀποχῆς
ἀπὸ τ᾿ ἄλογα πάθη ποὺ ἐνεργοῦσες.
Καὶ δεῖξε μετάνοια
προσφέροντας στὸν Θεὸ δάκρυα.
Ἔνιωσα τὸν ἑαυτό μου,
καθὼς προσπαθοῦσε νὰ ξεπεράσει
στὴν παράβαση τῆς ἐντολῆς
τὸν πρωτόπλαστο Ἀδάμ,
νὰ μένει γυμνὸς ἀπ᾿ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ
καὶ νὰ χάνει,
γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου,
τὴν αἰώνια βασιλεία καὶ ἀπόλαυση.
Ἀλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή!
Γιατί μιμήθηκες τὴν πρώτη Εὔα;
Κοίταξες πονηρὰ
καὶ πληγώθηκες πικρά.
Ἅπλωσες τὸ χέρι στὸ δέντρο νὰ πάρεις τὸν καρπό.
Καὶ γεύτηκες μ᾿ αὐθάδεια
τὴν ἀπατηλὴ τροφὴ (τὴν ἁμαρτία).
Ἀντὶ γιὰ τὴν αἰσθητὴ
θρονιάστηκε μέσα μου ἡ νοητὴ Εὔα,
τῆς σάρκας
ὁ ἐμπαθὴς λογισμός,
ποὺ μοῦ δείχνει τὰ εὐχάριστα,
καὶ γεύεται συνεχῶς
τὴν πικρὴ τροφὴ τῆς ἁμαρτίας.
Δίκαια πετάχτηκε
ἔξω ἀπ᾿ τὴν Ἐδέμ, Σωτήρα μου,
τότε ὁ Ἀδάμ,
ποὺ δὲν φύλαξε τὴν ἐντολή Σου.
Ἐγὼ ὅμως τί θὰ πάθω,
ποὺ ἀθετῶ ὁλοχρονὶς
τὰ ζωηφόρα λόγια Σου;
Τοῦ Κάιν ἀντιγράφοντας
μὲ τὴν προαίρεσή μου τὸν φριχτὸ φόνο,
τῆς συνειδήσεώς μου
ἔγινα φονιάς.
Κολάκεψα τὶς ὀρέξεις τῆς σάρκας
καὶ μὲ τὶς πονηρές μου πράξεις
τὴν ὁδήγησα στὴν ἀπώλεια.
Δὲν ἔμοιασα, Ἰησοῦ μου,
τοῦ Ἄβελ στὴ δικαιοσύνη.
Δῶρα εὐπρόσδεχτα
ποτέ μου δὲν Σοῦ πρόσφερα.
Οὔτε πράξεις θεάρεστες,
οὔτε θυσία καθαρή,
οὔτε ζωὴ ἀψεγάδιαστη.
Ὅπως ὁ Κάιν ἔτσι κι ἐμεῖς,
ψυχή μου ἄθλια, στὸν Κτίστη ὅλης τῆς δημιουργίας,
μαζὶ προσφέραμε
ἔργα ἀκάθαρτα,
θυσία ἀξιοκατάκριτη
καὶ βίο χωρὶς καμιὰ ἀξία.
Γι᾿ αὐτὸ κατακριθήκαμε.
Τὴ λάσπη, θεῖε Κεραμέα,
πλάθοντας ὕπαρξη, μοῦ ᾿δωσες
σάρκες, κόκαλα,
πνοὴ καὶ ζωή.
Σὺ τώρα, Πλάστη μου,
Λυτρωτή μου καὶ Κριτή,
δέξου μου τὴ μετάνοια.
Σὲ Σένα ἀπαριθμῶ Σωτήρα μου,
τὶς ἁμαρτίες ποὺ ᾿πραξα.
Τὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς
καὶ τοῦ σώματος
ποὺ μέσα μου
σὰν ληστὲς ἄνοιξαν,
οἱ ἀκάθαρτοι λογισμοί.
Ἁμάρτησα, Σωτήρα μου!
Γνωρίζω ὅμως τὴ φιλανθρωπία Σου.
Τιμωρεῖς μὲ συμπάθεια
καὶ σπλαχνίζεσαι μὲ θερμότητα.
Βλέπεις τὰ δάκρυα
καὶ τρέχεις σὰν Πατέρας στοργικὸς
γιὰ νὰ φέρεις πίσω τὸν ἄσωτο.
Ἦρθα κι ἔπεσα, Σωτήρα μου,
τώρα στὰ γεράματά μου μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ ἐλέους Σου.
Μὴ μὲ πετάξεις
χωρὶς ἔλεος στὸν ἅδη·
δῶσ᾿ μου Σύ, Φιλάνθρωπε,
τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μου,
πρὶν ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ θανάτου μου.
Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ ἀπ᾿ τοὺς λογισμούς μου,
σὰν ἀπὸ ληστές, κυριεύτηκα!
Κι αὐτὴ τὴν ὥρα βρίσκομαι τραυματισμένος,
γεμάτος πληγές,
ποὺ μοῦ ἄφησαν αὐτοί.
Σὺ ὅμως, Χριστὲ καὶ Σωτήρα μου,
φτάσε καὶ γιάτρεψέ με.
Ἱερέας μὲ εἶδε πρῶτος
καὶ προσπέρασε. Καὶ ὁ Λευίτης,
βλέποντάς με σὲ κατάσταση φριχτή,
μὲ παράτησε γυμνό!
Ἀλλά, Σύ, Ἰησοῦ μου,
ποὺ ἀπ᾿ τὰ σπλάχνα τῆς Μαρίας σὰν ἄλλος ἥλιος ἀνέτειλες,
φτάσε κι ἐλέησέ με.
Σὺ Κύριέ μου, τοῦ Θεοῦ ὁ Ἀμνός,
ποὺ σηκώνεις ὅλων τὶς ἁμαρτίες,
πάρε ἀπὸ πάνω μου
τὸν βαρὺ χαλκὰ
τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει.
Καὶ καθὼς εἶσαι σπλαχνικὸς
συγχώρεσέ μου τ᾿ ἁμαρτήματα.
Τῆς μετανοίας εἶναι καιρός!
Σὲ Σένα καταφεύγω, τὸν Πλαστουργό μου.
Πάρε ἀπὸ πάνω μου
τὸν βαρὺ χαλκὰ
τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει.
Καὶ καθὼς εἶσαι σπλαχνικὸς
συγχώρεσέ μου τ᾿ ἁμαρτήματα.
Σωτήρα μου, μὴ μὲ ἀποστραφεῖς!
Μὴ μὲ πετάξεις μακριὰ ἀπ᾿ τὸ θεῖο πρόσωπό Σου!
Πάρε ἀπὸ πάνω μου
τὸν βαρὺ χαλκὰ
τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει.
Καὶ καθὼς εἶσαι σπλαχνικὸς
συγχώρεσέ μου τ᾿ ἁμαρτήματα.
Συγχώρεσε, Σωτήρα μου, τὰ ἁμαρτήματά μου.
Ὅλα ὅσα κάνω μὲ τὴ θέλησή μου
ἢ χωρὶς αὐτήν. Ὅσα φανερὰ
καὶ ὅσα κρυφά, ὅσα γνωρίζω
καὶ ὅσα δὲν γνωρίζω. Ὅλα
συγχώρεσὲ τα ὡς Θεός.
Γίνε εὔσπλαχνος καὶ σῶσε με.
Ἀπ᾿ τὰ χρόνια τῆς νιότης, Σωτήρα μου,
περιφρόνησα τὶς ἐντολές Σου!
Πέρασα τὴ ζωή μου ὁλόκληρη
δουλεύοντας στὰ πάθη,
μ᾿ ἀμέλεια καὶ τεμπελιά!
Γι᾿ αὐτὸ φωνάζω δυνατά, Σωτήρα μου:
Ἔστω καὶ στὸ τέλος τῆς ζωῆς μου σῶσε με.
Τὰ δῶρα τῆς ἀθάνατης ψυχῆς
ξόδεψα στὶς ἀσωτίες.
Εἶμαι ἄδειος
ἀπὸ εὐσέβεια καὶ ἀρετή!
Πεινασμένος πνευματικὰ φωνάζω δυνατά:
Σὺ ὁ Πατέρας ὁ σπλαχνικὸς
φτάσε κι ἐλέησέ με.
Στὰ πόδια Σου πέφτω, Ἰησοῦ!
Σὲ Σένα ἔχω ἁμαρτήσει, γίνε εὔσπλαχνος.
Πάρε ἀπὸ πάνω μου
τὸν βαρὺ χαλκὰ
τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει.
Καὶ σὰν σπλαχνικὸς ποὺ ᾿σαι δῶσ᾿ μου
δάκρυα κατανύξεως.
Μὴν καταπιαστεῖς μὲ μένα νὰ μὲ κρίνεις, Παντοδύναμε,
φέρνοντας στὸ φῶς τὶς πράξεις μου
ἢ ἐξετάζοντας τὰ λόγια μου
καὶ καλώντας με νὰ λογοδοτήσω γιὰ τὶς ὁρμές μου.
Ἀλλὰ μέσα στὸ ἔλεός Σου τὸ πολὺ
παράβλεψε τὰ φοβερὰ ἁμαρτήματά μου
καὶ σῶσε με.
Δόξα ἀνήκει στὸν Πατέρα
καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Τριάδα, ποὺ ἡ οὐσία Σου εἶναι ἀπρόσιτη,
Σὲ προσκυνοῦμε ὡς Μονάδα.
Πάρε ἀπὸ πάνω μου
τὸν βαρὺ χαλκὰ
τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει.
Καὶ σὰν σπλαχνικὴ ποὺ ᾿σαι δῶσ᾿ μου
δάκρυα κατανύξεως.
Καὶ τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς
ἀτέλειωτους αἰῶνες. Ἀμήν.
Θεοτοκίο.
Θεοτόκε, ἡ ἐλπίδα
καὶ προστασία ὅσων σὲ ὑμνοῦν,
πάρε ἀπὸ πάνω μου
τὸν βαρὺ χαλκὰ
τῆς ἁμαρτίας ποὺ μὲ πνίγει.
Καὶ σὰν πάναγνη Δέσποινα
δέξου μου τὴ μετάνοια.
Ὠδὴ β´
Οὐρανέ, δῶσε προσοχὴ τώρα ποὺ θὰ λαλήσω·
θὰ ἀνυμνήσω τὸν Χριστό.
Κεῖνον ποὺ ἀπ᾿ τὰ σπλάχνα τῆς Παρθένου
ὡς ἄνθρωπος ἦρθε στὸν κόσμο.
Οὐρανέ, δῶσε προσοχὴ τώρα ποὺ θὰ λαλήσω·
Γῆ, ἄκουσε φωνὴ ἀνθρώπου
ποὺ στὸν Θεὸ μετανοεῖ
καὶ ἀνυμνεῖ τὴ δόξα Του.
Θεέ μου σπλαχνικέ, ρίξε πάνω μου
τὸ βλέμμα σου τὸ συγχωρητικὸ
καὶ δέξου
τὴ θερμή μου ἐξομολόγηση.
Ἁμάρτησα πιότερο ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους!
Ἐγὼ μόνος ἔχω σὲ Σένα ἁμαρτήσει.
Ἀλλὰ ὡς Θεός, Σωτήρα μου,
σπλαχνίσου τὸ δικό Σου δημιούργημα.
Βρίσκομαι κυκλωμένος στὴ ζάλη τῶν κακῶν,
εὔσπλαχνε Κύριε.
Γι᾿ αὐτό, ὅπως στὸν Πέτρο, καὶ σὲ μένα
ἅπλωσε τὸ χέρι Σου.
Τὰ δάκρυα τῆς Πόρνης, Πολυέλεε,
Σοῦ προσφέρω κι ἐγώ.
Μὲς στὴν πολλὴ εὐσπλαχνία Σου,
Σωτήρα μου, συγχώρεσέ με.
Μὲ τὶς ἐμπαθεῖς ἡδονὲς
ἀμαύρωσα τῆς ψυχῆς μου τὴν ὡραιότητα.
Κι ὁλότελα τὸν νοῦ μου ὁλόκληρο
τὸν ἔσυρα μὲς στὴ λάσπη.
Ξέσκισα τὴν πρώτη μου στολή,
ποὺ μοῦ ὕφανε
ὁ Πλαστουργὸς ἀπ᾿ τὴν ὥρα τῆς δημιουργίας!
Ἔτσι εἶμαι πεσμένος χάμω γυμνός!
Ἔχω ντυθεῖ χιτώνα ξεσκισμένο,
ποὺ μοῦ ὕφανε
ὁ διάβολος μὲ τὴν πονηρή του συμβουλή,
καὶ ντρέπομαι γιὰ τὴν κατάστασή μου.
Κοίταξα τὴν ὀμορφιὰ τοῦ δέντρου
καὶ ξεγελάστηκε ὁ νοῦς μου.
Ἀπ᾿ αὐτὸ εἶμαι πεσμένος χάμω γυμνὸς
καὶ γιὰ τὴν κατάστασή μου ντρέπομαι.
Μηχανεύονταν πίσω ἀπ᾿ τὴν πλάτη μου ὅλοι
οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κακῶν,
καὶ παρέτειναν γιὰ πολὺ εἰς βάρος μου
τὴν ἀνομία τὴ δική τους.
Ἔχασα τὴν πρώτη ἐκείνη ὀμορφιὰ
καὶ τὴν εὐπρέπεια ποὺ μοῦ ᾿δωσε ὁ Κτίστης.
Καὶ τώρα εἶμαι πεσμένος χάμω γυμνὸς
καὶ ντρέπομαι γιὰ τὴν κατάστασή μου.
Ἔραψε τοὺς δερμάτινους χιτῶνες
καὶ σὲ μένα ἡ ἁμαρτία,
ἀφοῦ νωρίτερα μὲ γύμνωσε
ἀπ᾿ τὴ θεοΰφαντη στολή μου.
Περιβλήθηκα τῆς ντροπῆς τὸν στολισμὸ
σὰν φύλλα συκιᾶς,
κι ἔτσι γίνονται φανερὰ
τὰ θεληματικά μου πάθη.
Στολίστηκα χιτώνα κηλιδωμένο
καὶ λερωμένο ἀπ᾿ τὰ αἵματα
τῶν αἰσχρῶν παθῶν
τῆς φιλήδονης ζωῆς.
Σπίλωσα τῆς σάρκας μου τὸν χιτώνα
καὶ γέμισα ἀπὸ κηλίδες,
Σωτήρα μου, τὸ «κατ᾿ εἰκόνα»
καὶ τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν».
Ὑπέκυψα στῶν παθῶν τὴν ἀθλιότητα
καὶ στὰ φθαρτὰ τὰ ὑλικά.
Καὶ γι᾿ αὐτὸ τώρα ὁ ἐχθρὸς
μὲ πιέζει ἀφάνταστα.
Ἀντὶ τῆς ἀκτημοσύνης, Σωτήρα μου,
διάλεξα τῆς ὕλης καὶ τῆς πλεονεξίας τὴ ζωή.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ τώρα
βρίσκομαι δεμένος μὲ βαριὰ ἁλυσίδα.
Στόλισα τὴ σάρκα ποὺ μὲ περιβάλλει
μὲ τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν
τὴν παρδαλὴ φορεσιά.
Γι᾿ αὐτὸ καταδικάζομαι.
Μόνο τοῦ ἔξω ἀνθρώπου φρόντισα
περίτεχνα τὸν στολισμό,
παραβλέποντας τοῦ μέσα ἀνθρώπου
τὴ θεοτύπωτη σκηνή.
Μορφοποίησα μὲ τὶς φιλήδονες ὁρμὲς
τὰ ἄτακτα πάθη.
Ἔτσι ἀφάνισα
τοῦ νοῦ τὴν ὀμορφιά.
Μόλυνα τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ τὸ κάλλος,
Σωτήρα, μὲ τὰ πάθη μου.
Ἀλλ᾿ ὅπως κάποτε τὴ χαμένη δραχμὴ
ψάξε νὰ μὲ ἀνεύρεις.
Ὅπως ἡ Πόρνη φωνάζω δυνατά: Ἁμάρτησα!
Ἔχω ἁμαρτήσει σὲ Σένα μονάχος μου.
Ὅπως ἀπὸ κείνη τὸ μύρο, Σωτήρα μου,
δέξου κι ἀπὸ μένα τὰ δάκρυα.
Γλίστρησα στὴν ἀκολασία ὅπως ὁ Δαβὶδ
καὶ κυλίστηκα μέσα στὸν βοῦρκο!
Εἴθε κι ἐμένα ν᾿ ἀποπλύνεις,
Σωτήρα, μὲ τὰ δάκρυα.
Ὅπως ὁ Τελώνης φωνάζω δυνατά: Σπλαχνίσου·
Σωτήρα μου, σπλαχνίσου με.
Γιατὶ κανένας ἀπ᾿ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ,
ὅπως ἐγὼ σὲ Σένα, δὲν ἁμάρτησε.
Οὔτε δάκρυα, οὔτε μετάνοια,
οὔτε κατάνυξη ἔχω!
Σύ, Σωτήρα μου, ὡς Θεός,
χάρισέ μου τα.
Κύριε! Μὴ μοῦ κλείσεις τότε,
Κύριε, τὴ θύρα τοῦ νυμφώνα Σου.
Ἀλλ᾿ ἄνοιξέ μου την,
βλέποντας τὴ μετάνοιά μου.
Φιλάνθρωπε, ποὺ θέλεις ὅλοι νὰ σωθοῦν,
Σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ ξαναφέρεις κοντά Σου
καὶ νὰ δεχτεῖς σὰν ἀγαθὸς
τὴ μετάνοιά μου.
Ἄκουσε μὲ προσοχὴ τοὺς στεναγμοὺς τῆς ψυχῆς μου
καὶ κάνε δεχτὰ τὰ δάκρυα,
ποὺ στάζουν ἀπ᾿ τὰ μάτια μου.
Κι ἔτσι, Σωτήρα, σῶσε με.
Θεοτοκίο.
Ἄχραντη παρθένε Θεοτόκε,
σὺ ποὺ ξεχωριστὰ κι ἀτέλειωτα ὑμνεῖσαι,
ἱκέτευε ἀκατάπαυστα
γιὰ νὰ σωθοῦμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι.
Εἱρμὸς ἄλλος.
Κοιτάξτε! Κοιτάξτε,
γιὰ νὰ βεβαιωθεῖτε ὅτι ἐγὼ ᾿μαι ὁ Θεός,
ποὺ ᾿βρεξα τὸ μάννα
κι ἔκανα νὰ ξεπηδήσει παλαιότερα γιὰ χάρη τοῦ λαοῦ μου
μὲς στὴν ἔρημο ἀπ᾿ τὴν πέτρα τὸ νερό,
μὲ τὸ δεξί μου χέρι μόνο
καὶ τὴ δική μου δύναμη!
Κοιτάξτε! Κοιτάξτε,
γιὰ νὰ βεβαιωθεῖτε ὅτι ἐγὼ ᾿μαι ὁ Θεός!
Ἄκουσε μὲ προσοχή, ψυχή μου,
τὸν Κύριο ποὺ φωνάζει δυνατά!
Ξεκόλλησε ἀπ᾿ τὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας ποὺ ζεῖς ὣς τώρα.
Φοβήσου τον ὡς δικαστὴ
καὶ ὡς κριτὴ καὶ Θεό!
Μὲ ποιόν ἔγινες ὅμοια,
ψυχή μου, γεμάτη ἁμαρτίες;
Ἀλίμονο! Τοῦ Κάιν τοῦ παλιοῦ
κι ἐκείνου τοῦ Λάμεχ ἔμοιασες!
Λιθοβόλησες καὶ θανάτωσες τὸ σῶμα μὲ τὶς κακὲς σου πράξεις
καὶ σκότωσες τὸν νοῦ
μὲ τὶς παράλογες ὁρμές!
Ὅλους τοὺς δίκαιους, ποὺ ἔζησαν πρὶν νὰ δοθεῖ ὁ νόμος,
παρέτρεξες, ψυχή μου, ἀστόχαστα!
Δὲν ἔμοιασες τοῦ Σήθ.
Δὲν μιμήθηκες τὸν Ἐνώς.
Οὔτε τοῦ Ἐνὼχ τὴ μετάθεση στοὺς οὐρανούς, οὔτε τὸν Νῶε.
Ἀποδείχτηκες φτωχή,
συγκρινόμενη μὲ τῶν δικαίων τὸν βίο.
Μόνη σου ἄνοιξες,
ψυχή μου, τοὺς καταρράχτες
τῆς θεϊκῆς ὀργῆς.
Κι ὅπως τότε κατακλύστηκε ἡ γῆ, ἔτσι τώρα
πλημμύρισες τὸ σῶμα ὁλόκληρο, τὶς πράξεις καὶ τὸν βίο
κι ἔμεινες ἔξω
ἀπ᾿ τὴ σωστικὴ Κιβωτό.
Ὁ Λάμεχ θρηνώντας φώναζε δυνατὰ
κι ἔλεγε:
σκότωσα ἄνθρωπο γιὰ δικό μου κακὸ
καὶ νέο γιὰ δική μου συμφορά.
Καὶ σύ, ψυχή μου, πῶς δὲν τρέμεις,
ποὺ λερώθηκες καταμολύνοντας
τὴ σάρκα καὶ τὸν νοῦ;
Ἀλίμονο! Πῶς ζήλεψα
τὸν ἀρχαῖο Λάμεχ τὸν φονιά!
Τὴν ψυχή μου, ὅπως ἐκεῖνος τὸν ἄντρα,
τὸν νοῦ, ὅπως τὸν νεανίσκο,
καὶ τὸ σῶμα μου, ὅπως ὁ Κάιν ὁ φονιάς,
σὰν ἀδελφό μου δολοφόνησα
μὲ τὶς φιλήδονες ὁρμές!
Πύργο σοφίστηκες
νὰ χτίσεις, ψυχή μου,
καὶ νὰ στήσεις κάστρο
μὲ τὶς ἁμαρτωλές σου ἐπιθυμίες,
ἂν δὲν ἔφερνε σύγχυση ὁ Κτίστης στὶς βουλές σου
καὶ δὲν σώριαζε κάτω στὴ γῆ
τὰ πονηρά σου σχέδια.
Τραυματίστηκα! Πληγώθηκα!
Νὰ καὶ τὰ βέλη τοῦ ἐχθροῦ,
ποὺ κατατρύπησαν
τὴν ψυχή μου καὶ τὸ σῶμα.
Νὰ τὰ τραύματα, οἱ φλεγμονές, τὰ σακατέματα.
Φανερώνουν τὰ χτυπήματα
τῶν ἀκυβέρνητων παθῶν μου.
Ἔβρεξε κάποτε
ὁ Κύριος, κατὰ παραχώρηση τοῦ Πατέρα Του,
φωτιὰ κι ἔκαψε τῶν Σοδόμων
τὴ μανιασμένη ἀνομία.
Καὶ σύ, ψυχή μου, ἄναψες τῆς γέεννας τὸ πῦρ,
μὲς στὸ ὁποῖο πρόκειται
νὰ καίγεσαι μὲ τοὺς Σοδομίτες πικρά.
Μάθετε ρωτώντας καὶ στοχαστεῖτε
ὅτι ἐγὼ ᾿μαι ὁ Θεός,
ποὺ ἐρευνᾶ τὶς καρδιὲς
καὶ τιμωρεῖ λογισμούς.
Ἐλέγχει πράξεις καὶ κατακαίει ἁμαρτίες.
Καὶ ὑπερασπίζεται τὸ δίκιο τοῦ ὀρφανοῦ,
τοῦ ταπεινοῦ καὶ τοῦ φτωχοῦ.
Δόξα ἀνήκει στὸν Πατέρα...
Τριάδα, ποὺ οὔτε ἀρχὴ ἔχεις οὔτε εἶσαι κτίσμα·
Μονάδα, ποὺ μένεις ἀδιαίρετη,
δέξου μου τὴ μετάνοια.
Σῶσε με τὸν ἁμαρτωλό.
Πλάσμα δικό Σου εἶμαι· μὴ μὲ παραβλέψεις.
Ἀλλὰ λυπήσου καὶ λύτρωσέ με
ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ τῆς αἰώνιας καταδίκης.
Καὶ τώρα...
Θεοτοκίο.
Ἄχραντη θεογεννήτρια Δέσποινα,
ἡ ἐλπίδα κείνων
ποὺ σὲ σένα καταφεύγουν
καὶ τὸ λιμάνι κείνων ποὺ παραδέρνονται στὸ πέλαγος τοῦ βίου,
κάνε νὰ γίνει καὶ σὲ μένα σπλαχνικὸς
μὲ τὶς δικές σου ἱκεσίες
ὁ ἐλεήμονας Κύριος καὶ Κτίστης καὶ Υἱός σου.
Ὠδὴ γ´
Ἀπάνω στὸν ἀσάλευτο βράχο
τῶν ἐντολῶν Σου, Χριστέ,
στερέωσε τὴν Ἐκκλησία Σου.
Φωτιά, ψυχή μου, παλαιότερα
ἔβρεξε ὁ Κύριος
καὶ κατέκαψε τὴ χώρα τῶν Σοδόμων.
Ὅπως ὁ παλιὸς ἐκεῖνος Λώτ, ψυχή μου,
τρέξε στὸ βουνὸ γιὰ νὰ σωθεῖς
καὶ στὴ Σηγὼρ νὰ φτάσεις σώα γρήγορα.
Φύγε τὸν ἐμπρησμό, ψυχή μου!
Φύγε τῶν Σοδόμων τὸ κάψιμο!
Φύγε τὴν καταστροφὴ τῆς θεϊκῆς φωτιᾶς!
Σοῦ ἐξομολογοῦμαι, Σωτήρα μου.
Ἁμάρτησα! Ἁμάρτησα σὲ Σένα!
Λευτέρωσέ με καὶ συγχώρεσέ με ὡς εὔσπλαχνος.
Μόνος ἐγὼ σὲ Σένα ἁμάρτησα!
Ἁμάρτησα πιότερο ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους
Χριστὲ Σωτήρα, μὴ μὲ καταφρονήσεις.
Σύ ᾿σαι ὁ Ποιμένας ὁ καλός.
Ἀναζήτησέ με, τὸ ἀρνί Σου.
Καὶ πλανεμένο μὴ μὲ παραβλέψεις.
Σύ ᾿σαι ὁ γλυκός μου Ἰησοῦς,
σύ ᾿σαι ὁ Πλαστουργός μου.
Κοντά Σου θὰ δικαιωθῶ, Σωτήρα μου.
Ἁγία Τριάδα, ὁ ἀληθινὸς Θεός, ἐλέησέ μας.
Τριάδα καὶ συγχρόνως Μονάδα, ὁ ἀληθινὸς Θεός,
σῶσε μας ἀπὸ πλάνη
καὶ πειρασμοὺς καὶ περιστάσεις δύσκολες.
Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσε μας.
Χαῖρε κοιλιά, ποὺ δέχτηκες τὴ Θεότητα.
Χαῖρε σύ, ποὺ ἔγινες τοῦ Κυρίου θρόνος.
Χαῖρε ἡ Μητέρα τῆς ζωῆς, τοῦ Χριστοῦ μας.
Εἱρμὸς ἄλλος.
Στερέωσε, Κύριε,
πάνω στὴν πέτρα τῶν ἐντολῶν Σου
τὴν καρδιά μου ποὺ κλονίζεται ἀπ᾿ τὴν ἀπιστία.
Σὺ εἶσαι ὁ μόνος Ἅγιος
καὶ ὁ μόνος Κύριος.
Πηγὴ ζωῆς ἔχω
Ἐσένα, τὸν νικητὴ τοῦ θανάτου,
καὶ Σοῦ φωνάζω δυνατὰ μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου
πρὶν ἀπ᾿ τὴν ὕστατη στιγμή: Ἁμάρτησα!
Συγχώρεσέ με! Σῶσε με!
Σωτήρα μου, μιμήθηκα κείνους,
ποὺ ἀσέλγησαν στὴν ἐποχὴ τοῦ Νῶε.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ μοῦ δόθηκε
ἡ καταδίκη ἐκείνων,
τὸ βούλιαγμα μὲς στὸν κατακλυσμό.
Ἁμάρτησα, Κύριε!
Ἁμάρτησα! Συγχώρεσέ με!
Γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους
ποὺ ν᾿ ἁμάρτησε,
καὶ νὰ μὴν τὸν ξεπέρασα στὶς ἁμαρτίες.
Τὸν παλιὸ ἐκεῖνο Χάμ,
μιμήθηκες, ψυχή, τὸν πατροκτόνο!
Δὲν σκέπασες τὴ ντροπὴ
τοῦ πλησίον
κλίνοντας πρὸς τὰ πίσω.
Τὴν εὐλογία τοῦ Σὴμ
δὲν κληρονόμησες, ἄθλια ψυχή μου.
Καὶ μερίδα μεγάλη,
ὅπως ὁ Ἰάφεθ,
δὲν ἀπόχτησες πάνω στὴ γῆ τῆς ἀφέσεως.
Ἐμπρός, ψυχή μου, ἀναχώρησε
ἀπ᾿ τὴ γῆ τῆς Χαρράν, ποὺ ᾿ναι ἡ ἁμαρτία.
Κι ἔλα στὴ γῆ, ὅπου ρέει
πάντοτε ἡ ἄφθαρτη ζωή,
κείνη ποὺ κληρονόμησε κι ὁ Ἀβραάμ.
Ἄκουσες, ψυχή μου,
ὅτι ὁ Ἀβραὰμ παλιὰ ἐγκατέλειψε
τὰ χώματα τὰ πατρικὰ
κι ἔγινε μετανάστης.
Τούτου νὰ μιμηθεῖς τὴν προαίρεση.
Κοντὰ στὴ βαλανιδιὰ τοῦ Μαμβρῆ
φιλοξένησε ὁ Πατριάρχης
τοὺς Ἀγγέλους. Ἔτσι ἔλαβε,
ἔχοντας πιὰ γεράσει,
τὸν καρπὸ τῆς ὑποσχέσεως.
Τὸν Ἰσαὰκ βλέποντας,
ταλαίπωρη ψυχή μου, πρωτοφανὲς θύμα,
μυστικὰ νὰ θυσιάζεται
στὸν Κύριο,
μιμήσου ἐκείνου τὴ διάθεση.
Ψυχή μου, πρόσεχε! Ὁ Ἰσμαὴλ
ἄκουσες ὅτι διώχτηκε
γιατὶ ἦταν δούλας γέννημα.
Βλέπε καλὰ μήπως κάτι
παρόμοιο πάθεις ὄντας ἀκόλαστη.
Τῆς Ἄγαρ τῆς παλιᾶς ἐκείνης ἔμοιασες,
ψυχή μου, τῆς Αἰγύπτιας.
Ὑποτάχτηκε ἡ θέλησή σου
καὶ γέννησες
νέο Ἰσμαήλ, τὴν αὐθάδεια.
Τοῦ Ἰακὼβ ἡ σκάλα,
ψυχή μου, ἔμαθες ὅτι φάνηκε
νὰ στηρίζεται στὴ γῆ καὶ νὰ φτάνει στὰ οὐράνια.
Γιατὶ σὺ δὲν ἀπόχτησες
τὴν εὐσέβεια θεμέλιο ἀκλόνητο;
Τὸν ἱερέα τοῦ Θεοῦ
καὶ βασιλιά, τὸν τύπο τοῦ Χριστοῦ,
ποὺ ᾿ζησε ἀποκομμένος
ἀπ᾿ τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου, στοὺς ἀνθρώπους ἀνάμεσα,
πρέπει νὰ μιμηθεῖς.
Ψυχή μου, πρόσεξε μὴ γίνεις ἄγαλμα ἀπὸ ἁλάτι,
γυρνώντας νὰ κοιτάξεις πίσω.
Τὸ φοβερὸ παράδειγμα τῶν Σοδόμων
ἂς σὲ φοβίζει.
Γι᾿ αὐτὸ τρέξε ψηλὰ στὴ Σηγὼρ γιὰ νὰ σωθεῖς.
Ὅπως ὁ Λώτ, ψυχή μου, ἀπόφευγε
τὴ φοβερὴ φωτιὰ τῆς ἁμαρτίας!
Φύγε μακριὰ ἀπ᾿ τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα!
Ἀπόφευγε τὴ φλόγα ποὺ ἀνάβει
κάθε ἁμαρτωλὴ ὄρεξη.
Ἐλέησε, Κύριε!
Δυνατὰ Σοῦ φωνάζω: Ἐλέησέ με,
ὅταν θὰ ἔρθεις μὲ τοὺς ἀγγέλους Σου
γιὰ ν᾿ ἀνταποδώσεις
στοὺς ἀνθρώπους ὅλους σύμφωνα μὲ τὰ ἔργα τους.
Τὴ δέηση κείνων ποὺ Σὲ ὑμνοῦν,
Κύριε, μὴν περιφρονήσεις!
Νὰ φανεῖς σπλαχνικός, Φιλάνθρωπε!
Δῶσε τὴν ἄφεση
σ᾿ ὅσους μὲ πίστη τὴ ζητοῦν.
Δόξα ἀνήκει στὸν Πατέρα...
Μονάδα ἁπλὴ καὶ ἄκτιστη·
Φύση χωρὶς ἀρχή,
ποὺ σὲ τρεῖς ὑποστάσεις ὑμνεῖσαι,
σῶσε ὅλους ἐμᾶς,
ποὺ μὲ πίστη προσκυνοῦμε τὴ δύναμή Σου.
Καὶ τώρα...
Θεοτοκίο.
Τὸν Υἱὸ ποὺ γεννήθηκε ἄχρονα ἀπ᾿ τὸν Πατέρα
ἔφερες στὸν κόσμο μέσα στὸν χρόνο,
Θεογεννήτρια, χωρὶς νὰ γνωρίσεις ἄνδρα.
Φοβερὸ καὶ παράδοξο θαῦμα!
Ἔμεινες Παρθένος καὶ συνάμα θήλαζες!
Ὠδὴ δ´
Ὁ Προφήτης ἄκουσε, Κύριε,
τὸν ἐρχομό Σου καὶ φοβήθηκε.
Ὅτι ἔμελλες δηλαδὴ νὰ γεννηθεῖς ἀπ᾿ τὴν Παρθένο
καὶ νὰ φανερωθεῖς στοὺς ἀνθρώπους. Κι ἔλεγε:
Ἄκουσα τὸν λόγο ποὺ βγῆκε ἀπ᾿ τὸ στόμα Σου καὶ φοβήθηκα!
Δόξα ἀνήκει στὴ δύναμή Σου, Κύριε!
Μὴν παραβλέψεις τὰ ἔργα Σου!
Τὸ πλάσμα Σου, Κριτὴ δίκαιε, μὴν παραθεωρήσεις!
Ὁμολογῶ! Ἁμάρτησα μόνος ἐγὼ ὡς ἄνθρωπος,
Φιλάνθρωπε, πιότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ἄνθρωπο!
Ὅμως Σὺ ὡς Κύριος τῶν ὅλων ἔχεις τὴν ἐξουσία
νὰ συγχωρεῖς ἁμαρτήματα.
Ψυχή μου, ζυγώνει τὸ τέλος τῆς ζωῆς σου!
Ζυγώνει, κι ὅμως δὲν νοιάζεσαι. Δὲν ἑτοιμάζεσαι!
Ὁ καιρὸς λιγοστεύει! Σήκω ἀπάνω!
Ὅπου νὰ ᾿ναι, ὁ Κριτὴς ἔρχεται!
Σὰν ὄνειρο, σὰν λουλούδι τρέχει ὁ χρόνος τῆς ζωῆς!
Γιατί ταραζόμαστε μάταια;
Ψυχή μου, ἔλα στὰ λογικά σου!
Στοχάσου τὶς πράξεις ποὺ ᾿κανες.
Εἰκόνισέ τες στὰ μάτια σου μπροστὰ
καὶ χύσε δάκρυα γι᾿ αὐτές.
Φανέρωσε στὸν Χριστὸ χωρὶς νὰ ντρέπεσαι
τὶς πράξεις καὶ τοὺς λογισμοὺς γιὰ νὰ δικαιωθεῖς!
Στὸν βίο τοῦτο, Σωτήρα μου, δὲν ὑπάρχει
ἁμάρτημα οὔτε πράξη οὔτε κακία,
ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔκανα ἐγώ!
Καὶ νοερὰ καὶ μὲ τὸν λόγο καὶ τὴ διάθεση,
καὶ μὲ τὴ θέληση καὶ μὲ τὰ ἔργα ἁμάρτησα,
ὅσο κανεὶς ἄλλος ποτέ!
Γι᾿ αὐτὸ καὶ κατακρίθηκα!
Γι᾿ αὐτὸ ὁ ταλαίπωρος ἐγὼ καταδικάστηκα
ἀπ᾿ τὴ συνείδησή μου, ἀπ᾿ τὴν ὁποία
τίποτε στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει πιὸ βασανιστικό.
Λυτρωτή μου καὶ Κριτὴ καὶ γνώστη τῆς ζωῆς μου,
λυπήσου καὶ γλύτωσε καὶ σῶσε με τὸν δοῦλο Σου.
Ἡ σκάλα, ποὺ εἶδε παλαιά, ψυχή μου,
ὁ μεγάλος Πατριάρχης Ἰακώβ, φανερώνει
τὴν ἀνηφόρα ποὺ ἔχει ἡ ἀρετὴ στὴν πράξη
καὶ συμβολίζει τὸ ὕψος, στὸ ὁποῖο ὁδηγεῖ ἡ γνώση.
Ἂν θέλεις, λοιπόν, νὰ ζεῖς μὲ πράξη καὶ γνώση καὶ θεωρία,
φρόντισε νὰ γίνεις καινούργιος ἄνθρωπος.
Τὸ κάμα τῆς ἡμέρας ἀπὸ ἀνάγκη
ὑπέμεινε ὁ Πατριάρχης
καὶ τῆς νύχτας τὴν παγωνιὰ ὑπέφερε,
κάνοντας καθημερινὰ τεχνάσματα,
βόσκοντας, παλεύοντας, δουλεύοντας,
γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πάρει καὶ τὶς δυὸ γυναῖκες.
Οἱ δυὸ γυναῖκες γιὰ μένα συμβολίζουν
τὴν πράξη καὶ τὴ γνώση ποὺ ἀποκτιέται μὲ θεωρία.
Ἡ Λεία, σὰν πολύτεκνη, τὴν πράξη.
Κι ἡ Ραχήλ, γιὰ τὴν ὁποία δούλεψε περισσότερο, τὴ γνώση.
Κι ὅλα αὐτὰ γιατὶ χωρὶς κόπους οὔτε ἡ πράξη οὔτε κι ἡ θεωρία,
ψυχή μου, κατορθώνεται.
Μένε ἄγρυπνη, ψυχή μου!
Ὅπως ὁ μεγάλος Πατριάρχης, δεῖξε ἀνδρεία
γιὰ ν᾿ ἀποχτήσεις πράξη γνωστική.
Γιὰ νὰ γενεῖς νοῦς ποὺ βλέπει τὸν Θεό.
Νὰ μπεῖς στὸν ἄδυτο γνόφο μὲ θεωρία
κι ἔτσι νὰ γίνεις ἔμπορος μεγάλων δωρεῶν.
Ὁ μεγάλος Πατριάρχης Ἰακὼβ μὲ τὸ νὰ γεννήσει
τοὺς δώδεκα Πατριάρχες, τὰ παιδιά του,
ἔστησε μυστικὰ γιὰ σένα, ψυχή μου,
σκάλα γιὰ ν᾿ ἀνεβαίνεις στὴν πρακτικὴ ἀρετή·
τὰ παιδιὰ γιὰ σκαλοπάτια, τὶς πατημασιὲς σὰν τρόπο ἀναβάσεως
πολὺ σοφὰ ὑποδεικνύοντας.
Τὸν μισημένο Ἠσαῦ, ψυχή μου,
θέλοντας νὰ μιμηθεῖς, πρόσφερες σ᾿ αὐτὸν ποὺ σὲ ξεγέλασε
τὰ ἀρχικὰ ὡραῖα πρωτοτόκια.
Στερήθηκες τὴν πατρικὴ εὐλογία.
Δυὸ φορές, ἄθλια, ξεγελάστηκες, στὴν πράξη καὶ στὴ γνώση.
Γι᾿ αὐτὸ τώρα μετανόησε.
Ἐδὼμ ὁ Ἠσαῦ ὀνομάστηκε
γιὰ τὴ μανιώδη προσκόλλησή του στὶς γυναῖκες.
Διότι μὲ τὸ νὰ καίγεται συνεχῶς ἀπ᾿ τὴ σαρκικὴ ἐπιθυμία
καὶ νὰ λερώνεται ἀπ᾿ τὶς ἡδονὲς
ὀνομάστηκε Ἐδώμ, ποὺ σημαίνει πύρωση
ψυχῆς ποὺ ρέπει πρὸς τὴν ἁμαρτία.
Ἂν καὶ ἄκουσες, ψυχή μου, ὅτι δικαιώθηκε
ὁ Ἰώβ, ποὺ ᾿χε καταντήσει νὰ κάθεται στὴν κοπριὰ ἐπάνω,
δὲν ζήλεψες τὴν ἀνδρεία του.
Δὲν ἀπόχτησες τὴν πρόθεσή του τὴν ἀκλόνητη
σ᾿ ὅλα ὅσα ἔμαθες καὶ γνώρισες καὶ δοκιμάστηκες.
Ἀντίθετα, φάνηκες νὰ μὴν ἔχεις καρτερία.
Ἐκεῖνος ποὺ πρωτύτερα καθότανε σὲ θρόνο,
τώρα γυμνὸς στὴν κοπριὰ καὶ καταπληγωμένος!
Ἐκεῖνος ποὺ ᾿χε πολλὰ παιδιὰ καὶ τ᾿ ὄνομά του ἦταν μεγάλο,
ἔμεινε ξαφνικὰ χωρὶς παιδιὰ καὶ σπίτι!
Γιὰ παλάτι τὴν κοπριὰ καὶ γιὰ μαργαριτάρια
εἶχε τὶς πληγές.
Μὲ βασιλικὴ ἀξία,
ντυμένος στέμμα καὶ πορφύρα·
ἄνθρωπος πλούσιος καὶ δίκαιος,
γεμάτος ἀγαθὰ καὶ ζωντανά,
ξαφνικὰ φτώχυνε χάνοντας τὰ πλούτη,
τὴ δόξα καὶ τὴ βασιλεία κι ἔκοψε τὰ μαλλιά του.
Ἂν ἐκεῖνος ποὺ ἦταν δίκαιος
καὶ μέσα σ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὁ πιὸ ἄμωμος,
ὅμως δὲν διέφυγε τὶς παγίδες καὶ τοὺς λάκκους τοῦ διαβόλου·
σύ, ταλαίπωρη ψυχή, ποὺ ἀγαπᾶς τὴν ἁμαρτία,
τί θὰ κάνεις, ἂν συμβεῖ νὰ σὲ βρεῖ
ἀπροσδόκητα καμιὰ συμφορά;
Ὁλάκερο τὸ σῶμα ἀτίμασα!
Τὸ πνεῦμα κατασπίλωσα! Ὁλόκληρος γέμισα πληγές!
Ἀλλὰ σὰν γιατρός, Χριστέ μου, καὶ τὰ δυὸ
μὲ τὴ μετάνοια γιάτρεψὲ τα.
Καθάρισε! Πλύνε! Κάνε με κι ἀπ᾿ τὸ χιόνι,
Σωτήρα μου, πιὸ καθαρό!
Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Σου,
Λόγε τοῦ Θεοῦ, θυσίασες, μὲ τὸ νὰ σταυρωθεῖς, γιὰ χάρη ὅλων!
Τὸ σῶμα γιὰ νὰ μὲ ἀναπλάσεις.
Τὸ αἷμα γιὰ νὰ μὲ καθαρίσεις.
Καὶ τὸ πνεῦμα Σου παρέδωσες, Χριστέ,
γιὰ νὰ μὲ ὁδηγήσεις στὸν Πατέρα Σου.
Ἔφερες τὴ σωτηρία Σύ, ὁ Κτίστης,
φανερὰ στὸ κέντρο τῆς γῆς, τὴν Ἱερουσαλήμ, γιὰ νὰ σωθοῦμε.
Ἑκούσια σταυρώθηκες πάνω στὸ ξύλο!
Ἡ Ἐδέμ, ποὺ ᾿ταν κλεισμένη, ἀνοίχτηκε.
Τὰ οὐράνια, τὰ ἐπίγεια, ἡ κτίση, ὅλα τὰ ἔθνη
σώθηκαν καὶ Σὲ προσκυνοῦν.
Ἂς μοῦ γίνει κολυμβήθρα
καὶ συνάμα πόμα τὸ αἷμα ποὺ ξεπήδησε ἀπ᾿ τὴν πλευρά Σου
καὶ ἔγινε πηγὴ τοῦ νεροῦ ποὺ χαρίζει τὴν ἄφεση.
Γιὰ νὰ καθαρίζομαι κι ἀπ᾿ τὰ δυό,
χριζόμενος γιὰ χρίσμα καὶ πίνοντας γιὰ πόμα, Λόγε τοῦ Θεοῦ,
τὰ ζωηφόρα λόγια Σου.
Εἶμαι γυμνὸς γιὰ νὰ εἰσέλθω στὸν νυμφώνα!
Εἶμαι γυμνὸς γιὰ νὰ περάσω στὸν γάμο καὶ τὸ δεῖπνο!
Τὸ λυχνάρι μου σβήστηκε μιὰ καὶ δὲν εἶχε λάδι.
Ἔκλεισε ὁ θάλαμος ὁ νυφικὸς τὴν ὥρα ποὺ κοιμόμουν!
Τὸ δεῖπνο τέλειωσε. Κι ἐμένα, ἀφοῦ μοῦ δέσανε
χέρια καὶ πόδια, μὲ πέταξαν ἔξω.
Κρατήρα ἡ Ἐκκλησία
ἀπόχτησε τὴ ζωηφόρα Σου πλευρά,
ἀπ᾿ τὴν ὁποία ξεπήδησε γιὰ μᾶς ὁ διπλὸς
κρουνὸς τῆς ἀφέσεως καὶ τῆς γνώσεως,
εἰς τύπον τῆς παλιᾶς καὶ τῆς νέας, καὶ τῶν δυὸ μαζί,
Σωτήρα μας, Διαθηκῶν.
Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μου εἶναι λίγος
καὶ γεμάτος κόπους καὶ ἔργα πονηρά.
Γι᾿ αὐτὸ σὲ ὥρα μετανοίας πάρε με
καὶ σὲ κατάσταση ἐπιγνώσεως κάλεσέ με.
Μὴν ἐπιτρέψεις νὰ γίνω ἀπόχτημα καὶ τροφὴ τοῦ διαβόλου.
Σωτήρα, Σὺ λυπήσου με.
Εἶμαι ἀλαζόνας
καὶ στὴν καρδιὰ αὐθάδης χωρὶς κανένα λόγο.
Μὴ μὲ καταδικάσεις μαζὶ μὲ τὸν Φαρισαῖο.
Δῶσ᾿ μου τοῦ Τελώνη τὴν ταπείνωση,
μόνε Φιλάνθρωπε καὶ δίκαιε Κριτή,
καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν ἀρίθμησέ με.
Ἁμάρτησα καὶ πρόσβαλα μὲ πράξεις ἀτιμωτικὲς
τὸ σκεῦος τοῦ σώματός μου. Τὸ γνωρίζω, Εὔσπλαχνε.
Γι᾿ αὐτὸ σὲ ὥρα μετανοίας πάρε με
καὶ σὲ κατάσταση ἐπιγνώσεως κάλεσέ με.
Μὴν ἐπιτρέψεις νὰ γίνω ἀπόχτημα καὶ τροφὴ τοῦ διαβόλου.
Σωτήρα, Σὺ λυπήσου με.
Ἔκανα ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό μου εἴδωλο,
βλάπτοντας τὴν ψυχή μου μὲ τὰ πάθη, Πολυέλεε.
Γι᾿ αὐτὸ σὲ ὥρα μετανοίας πάρε με
καὶ σὲ κατάσταση ἐπιγνώσεως κάλεσέ με.
Μὴν ἐπιτρέψεις νὰ γίνω ἀπόχτημα καὶ τροφὴ τοῦ διαβόλου.
Σωτήρα, Σὺ λυπήσου με.
Δὲν ἄκουσα ποὺ μοῦ μιλοῦσες,
δὲν ἔδωσα προσοχὴ στὴ Γραφή Σου, Νομοθέτη.
Γι᾿ αὐτὸ σὲ ὥρα μετανοίας πάρε με
καὶ σὲ κατάσταση ἐπιγνώσεως κάλεσέ με.
Μὴν ἐπιτρέψεις νὰ γίνω ἀπόχτημα καὶ τροφὴ τοῦ διαβόλου.
Σωτήρα, Σὺ λυπήσου με.
Δόξα ἀνήκει στὸν Πατέρα...
Ἀδιαίρετη στὴν οὐσία
κι ἀσύγχυτη στὰ πρόσωπα
Σὲ θεολογῶ τὴ μία καὶ Τριαδικὴ Θεότητα,
μὲ μία βασιλεία κι ἕναν θρόνο.
Σοῦ φωνάζω δυνατὰ τὸ μεγάλο ἄσμα,
ποὺ στὰ ὕψιστα μέρη τ᾿ οὐρανοῦ
τριπλὰ ψάλλεται.
Καὶ τώρα...
Θεοτοκίο.
Καὶ γεννᾶς καὶ διατηρεῖσαι παρθένος
καὶ ἐξακολουθεῖς νὰ μένεις μέχρι τέλος Παρθένος.
Αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε, καινουργώνει τοὺς νόμους τῆς φύσεως.
Ἡ κοιλιὰ γεννᾶ χωρὶς νὰ ἔχει τὰ φαινόμενα τῆς λοχείας.
Ὅπου θέλει ὁ Θεός, ἡ τάξη τῶν φυσικῶν νόμων νικιέται.
Διότι Ἐκεῖνος κάνει ὅσα θέλει.
Ὠδὴ ε´
Ἀπ᾿ τὰ βαθιὰ χαράματα ξυπνῶ, Φιλάνθρωπε,
καὶ παρακαλῶ: Φώτισε
καὶ ὁδήγησέ με
στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν Σου.
Καὶ δίδαξέ με, Σωτήρα,
νὰ κάνω τὸ θέλημά Σου.
Στὴ νύχτα μέσα πάντοτε πέρασα τὴ ζωή μου.
Σκοτάδι μοῦ ᾿φερε
καὶ βαθιὰ θολούρα
ἡ ἁμαρτία, ποὺ μοιάζει μὲ τὴ νύχτα.
Ἀλλὰ γιὸ τῆς ἡμέρας
Σύ, Σωτήρα, ἀνάδειξέ με.
Τὸν Ρουβὶμ μιμήθηκα ὁ ταλαίπωρος.
Διέπραξα ἔργο
παράνομο κι ἁμαρτωλὸ
ἐνάντια στὸν ὕψιστο Θεό.
Ἀτίμασα τὸ κρεβάτι μου,
ὅπως ἐκεῖνος τοῦ πατέρα του.
Χριστὲ βασιλιά, ἐξομολογοῦμαι σὲ Σένα:
Ἁμάρτησα! Ἁμάρτησα
ὅπως τ᾿ ἀδέρφια τοῦ Ἰωσήφ,
ποὺ πούλησαν παλιότερα
τῆς ἁγνότητας καὶ
τῆς σωφροσύνης τὸ τέκνο.
Ἀπ᾿ τ᾿ ἀδέρφια του ἡ δίκαιη ψυχή,
ὁ γλυκὸς Ἰωσήφ, δόθηκε·
πουλήθηκε σκλάβος
προεικονίζοντας τὸν Κύριο.
Καὶ σύ, ψυχή μου, ὁλάκερη
σκλαβώθηκες στὰ πάθη σου.
Τὸν δίκαιο Ἰωσὴφ μὲ τὸν σώφρονα νοῦ
νὰ μιμηθεῖς, ταλαίπωρη
κι ἀκατάστατη ψυχή μου.
Πάψε ν᾿ ἁμαρτάνεις,
καταπατώντας συνεχῶς τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ
μὲ τὶς αἰσχρὲς ὁρμές.
Στὸν λάκκο μέσα, Δέσποτα Κύριε, κάποτε
κατοίκησε ὁ Ἰωσήφ,
προτυπώνοντας ἔτσι τὴν ταφὴ
καὶ τὴν ἀνάστασή Σου.
Ἐγὼ ὅμως τί ἀνάλογο
θὰ μπορέσω κάποτε νὰ Σοῦ προσφέρω;
Τοῦ Μωυσῆ τὸ καλάθι, ψυχή μου, ἄκουσες
ὅτι παλιὰ περιφερόταν πάνω
στὰ νερὰ καὶ τὰ κύματα τοῦ ποταμοῦ,
σὰν νὰ ᾿τανε μέσα σὲ θάλαμο.
Ἔτσι ξέφυγε τὴ σκληρὴ μεταχείριση,
ποὺ ὅριζε ἡ ἀπόφαση τοῦ Φαραώ.
Ἂν εἶχες ἀκούσει, ταλαίπωρη ψυχή,
ὅτι οἱ μαῖες κάποτε σκότωναν
σὲ νηπιακὴ ἡλικία τ᾿ ἀγόρια
ποὺ ᾿ταν καρποὶ νόμιμου γάμου,
(θὰ εἶχες πρόφαση γιὰ τὶς κακές σου πράξεις).
Ἀλλὰ τώρα, ὅπως ὁ μεγάλος Μωυσῆς,
ἀγάπησε σὰν παιδί σου τὴ σοφία.
Χτυπώντας, ταλαίπωρη ψυχή, δὲν σκότωσες
τὸ φιλόκοσμο φρόνημα,
ὅπως ὁ μεγάλος Μωυσῆς τὸν Αἰγύπτιο.
Λέγε, λοιπόν, πῶς θὰ μπορέσεις νὰ φτάσεις ἔτσι
τὴν ἀπάθεια
μὲ τὴ μετάνοια;
Τὶς ἐρήμους εἶχε γιὰ κατοικία ὁ μεγάλος Μωυσῆς.
Ἐμπρός, λοιπόν, μιμήσου
κείνου τὸν τρόπο τῆς ζωῆς, ψυχή μου,
γιὰ ν᾿ ἀξιωθεῖς νὰ δεῖς,
ὅπως ἐκεῖνος,
τὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ, ὅταν φανερώθηκε στὴ βάτο.
Ψυχή μου, νὰ μοιάζεις
μὲ τὸ ραβδὶ τοῦ Μωυσῆ, ποὺ χτύπησε
τὴ θάλασσα σὲ τύπο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ
καὶ τὴν ἔκανε ξηρά.
Μ᾿ αὐτὸν θὰ μπορέσεις καὶ σὺ
μεγάλα θαύματα νὰ κάνεις.
Ὁ Ἀαρὼν πρόσφερε στὸν Θεὸ τὴν ἄμωμη
καὶ καθαρὴ φωτιά.
Ἀλλὰ ὁ Ὀφνεὶ κι ὁ Φινεές,
ψυχή μου, ἔδειχναν, ὅπως καὶ σύ,
ξένο πρὸς τὸν Θεὸ
καὶ ἀκάθαρτο βίο.
Ὅπως ὁ Ἰαννὴς καὶ ὁ Ἰαμβρὴς
στὴ συμβουλή τους πρὸς τὸν κακὸ Φαραώ,
ἔτσι κι ἐγὼ ἔγινα, Δέσποτα, βαρὺς
στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα
καὶ ὁ νοῦς μου βυθίστηκε.
Γι᾿ αὐτὸ βοήθησέ με.
Ἔσυρα ὁ δυστυχὴς τὸν νοῦ μου μὲς στὴ λάσπη!
Σὲ ἱκετεύω, Δέσποτα:
Πλύνε με
μὲ τὸ λουτρὸ τῶν δακρύων μου
καὶ κάνε λευκὴ σὰν τὸ χιόνι
τὴ στολὴ τῆς σάρκας μου.
Σωτήρα μου, ἂν ἐξετάσω τὰ ἔργα μου,
βλέπω τὸν ἑαυτό μου
νὰ ᾿χει ξεπεράσει στὶς ἁμαρτίες
ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους,
γιατὶ ἁμάρτησα ἔχοντας γνώση
καὶ ὄχι ἀπὸ ἄγνοια.
Λυπήσου! Λυπήσου, Κύριε, τὸ πλάσμα Σου!
Ἁμάρτησα! Συγχώρεσέ με,
γιατὶ Σὺ εἶσαι ὁ μόνος
κι ἀπολύτως καθαρὸς
καὶ κανένας ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ Σένα
δὲν ὑπάρχει χωρὶς ρύπο.
Γιὰ χάρη μου, ὄντας Θεός, πῆρες τὴ μορφή μου.
Ἔκανες θαύματα.
Γιάτρεψες λεπροὺς
καὶ στήριξες παραλύτους.
Καὶ τὸ αἷμα τῆς Αἱμορροούσας, Σωτήρα μου, σταμάτησες,
ὅταν ἀκούμπησε τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός Σου.
Τὴν Αἱμορροούσα γυναίκα μιμήσου, ἄθλια ψυχή.
Τρέξε καὶ πιάσε
τὸ ἄκρο τοῦ ρούχου τοῦ Χριστοῦ
γιὰ νὰ λυτρωθεῖς ἀπ᾿ τὰ πάθη
καὶ ν᾿ ἀκούσεις ἀπ᾿ τὰ χείλη Του:
Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε!
Τὴν καμπουριασμένη ἄρρωστη νὰ μιμηθεῖς, ψυχὴ μου.
Ἔλα καὶ πέσε
στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ,
γιὰ νὰ σὲ σηκώσει πάνω,
καὶ νὰ περπατήσεις σωστὰ
τὸν δρόμο τοῦ Κυρίου.
Σὺ εἶσαι τὸ βαθὺ πηγάδι, Δέσποτα.
Ἀνάβλυσέ μου νάματα
ἀπ᾿ τὶς φλέβες Σου τὶς ἄχραντες,
ὥστε πίνοντας, ὅπως ἡ Σαμαρείτιδα,
ποτὲ νὰ μὴ διψάσω.
Σὺ ἀναβλύζεις τὸ νερὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ ἂς γίνουν τὰ δάκρυά μου,
Δέσποτα Κύριε,
γιὰ νὰ νίψω κι ἐγὼ
τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου
καὶ νὰ μπορέσω ἔτσι νοερὰ νὰ δῶ
Σένα, τὸ φῶς τὸ προαιώνιο.
Δόξα ἀνήκει στὸν Πατέρα...
Σένα, Τριάδα, δοξάζουμε τὸν ἕνα Θεό.
Ἅγιος, Ἅγιος,
Ἅγιος εἶσαι ὁ Πατέρας,
ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα·
ἁπλὴ οὐσία, Μονάδα,
ποὺ πάντοτε Τὴν προσκυνοῦμε.
Καὶ τώρα...
Θεοτοκίο.
Κόρη, ποὺ δὲ γνώρισες φθορὰ τῆς παρθενίας
καὶ δὲν ἔλαβες πείρα ἄνδρα,
μητέρα καὶ συνάμα παρθένος,
ἀπὸ σένα ντύθηκε τὸ σῶμα μου ὁ Θεός,
ποὺ δημιούργησε τοὺς αἰῶνες
κι ἕνωσε στὸν ἑαυτό Του
τὴ φύση τῶν ἀνθρώπων.
Ὠδὴ στ´
Φώναξα δυνατὰ μὲ ὅλη τὴν καρδιά μου
ἀπ᾿ τὰ κατώτατα μέρη τοῦ Ἅδη
πρὸς τὸν σπλαχνικὸ Θεὸ
καὶ μ᾿ ἄκουσε.
Κι ἔσωσε ἀνεβάζοντας
ἀπ᾿ τὴν ἄβυσσο τῆς καταστροφῆς τὴ ζωή μου.
Σωτήρα μου, Σοῦ προσφέρω μὲ εἰλικρίνεια
τὰ δάκρυα τῶν ματιῶν μου
καὶ τοὺς στεναγμοὺς ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς,
φωνάζοντας δυνατὰ μέσ᾿ ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου:
Ἁμάρτησα μπροστὰ στὰ μάτια Σου!
Συγχώρεσέ με!
Ψυχή μου, ἀποστράφηκες τὸν Κύριό σου,
ὅπως ὁ Δαθὰν κι ὁ Ἀβειρών.
Φώναξε ὅμως δυνατὰ μὲ ὅλη τὴν καρδιά σου
«λυπήσου με»,
γιὰ νὰ μὴν ἀνοίξει ἡ γῆ
καὶ σὲ καταπιεῖ.
Ὅπως ἡ δαμάλα, ψυχή μου, ἐξαγριώθηκες
καὶ ἔμοιασες πρὸς τὸν Ἐφραίμ!
Ὅπως τὸ ζαρκάδι ἀπ᾿ τὶς θηλιές,
ἐλευθέρωσε τὴ ζωή σου
ἀποκτώντας φτερὰ ἀπ᾿ τὴν πράξη,
τὴ νοερὴ ἐργασία καὶ τὴ θεωρία.
Τὸ χέρι τοῦ Μωυσῆ, ψυχή μου, θὰ μᾶς βεβαιώσει
πὼς ὁ Θεὸς μπορεῖ
νὰ πλύνει καὶ νὰ καθαρίσει
ζωὴ ποὺ ἔγινε λεπρὴ (ἀπ᾿ τὴν ἁμαρτία).
Ἔτσι καὶ σύ, ἂν προσβλήθηκες ἀπ᾿ τὴ λέπρα τῆς ἁμαρτίας,
μὴν ἔρθεις σὲ ἀπόγνωση.
Τὰ κύματα, Σωτήρα, τῶν ἁμαρτημάτων μου,
ὅπως στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα,
ξαναγύρισαν
καὶ ξαφνικὰ μὲ σκέπασαν,
ὅπως τοὺς Αἰγυπτίους τότε
καὶ τοὺς ἡγήτορές τους.
Ἀχάριστη διάθεση, ψυχή μου,
ἀπόχτησες, ὅπως παλιὰ ὁ Ἰσραήλ.
Γιατὶ ἀπ᾿ τὸ θεῖο μάννα
προτίμησες παράλογα
τὴ φιλήδονη λαιμαργία
τῶν αἰσχρῶν παθῶν.
Ἀντὶ τῆς ἐπουράνιας τροφῆς
προτίμησες, ψυχή μου,
τὰ χοιρινὰ κρέατα καὶ τὰ καζάνια
καὶ τὶς τροφὲς τῆς Αἰγύπτου,
ὅπως ὁ ἀχάριστος λαὸς
παλιὰ μέσα στὴν ἔρημο.
Ἀντὶ τῆς φλέβας ποὺ βγαίνει ἀπ᾿ τὴν πέτρα,
ἀπ᾿ ὅπου ξεχύνεται
ὁ ποταμὸς τῆς σοφίας
καὶ οἱ κρουνοὶ τῆς θεολογίας,
ἐσύ, ψυχή, προτίμησες τοὺς σκοτεινοὺς λογισμούς,
ὅπως οἱ Χαναναῖοι τὰ φρέατα.
Ὅταν ὁ δοῦλος Σου Μωυσῆς χτύπησε
μὲ τὸ ραβδὶ τὴν πέτρα,
προεικόνιζε
τὴ ζωοποιὸ πλευρά Σου,
ἀπ᾿ τὴν ὁποία ὅλοι ἐμεῖς, Σωτήρα μου,
ἀντλοῦμε τὸ πιοτὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Ψυχή μου, ψάξε! Κατασκόπευσε,
ὅπως ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ,
ποιά εἶναι ἡ γῆ
ποὺ κληρονόμησες.
Καὶ κατοίκησε
σ᾿ αὐτὴ μὲ εὐταξία.
Ἐπάνω σήκω καὶ πολέμησε ἀμείλικτα
τῆς σάρκας τὰ πάθη,
νικώντας πάντοτε
(καὶ) τοὺς ἀπατηλοὺς λογισμούς,
ὅπως ὁ Ἰησοῦς τὸν Ἀμαλὴκ
καὶ τοὺς Γαβαωνίτες.
Πέρνα, ψυχή μου, τὴ ρέουσα φύση τοῦ χρόνου,
ὅπως παλιὰ ἡ Κιβωτός,
ποὺ κατάκτησε
τὴ γῆ ἐκείνη
τῆς ἐπαγγελίας.
Τὸ διατάσσει ὁ Θεός!
Ὅπως ἔσωσες τὸν Πέτρο ποὺ κραύγασε
«σῶσε με», καὶ μένα πρόφτασε, Σωτήρα,
καὶ σῶσε με ἀπ᾿ τὰ νύχια τοῦ διαβόλου,
ἁπλώνοντας τὸ χέρι Σου,
καὶ βγάλε με
ἀπ᾿ τὸν βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας.
Δέσποτα! Δέσποτα Χριστέ μου,
Σὺ ᾿σαι τὸ λιμάνι τὸ γαλήνιο!
Γι᾿ αὐτὸ πρόφτασε καὶ βγάλε με
ἀπ᾿ τὸν κατασκότεινο
βυθὸ τῆς ἁμαρτίας
καὶ τῆς ἀπογνώσεως.
Ἐγὼ εἶμαι, Σωτήρα μου, ἡ βασιλικὴ δραχμή,
ποὺ ἔχασες παλιά.
Ἄναψε γιὰ λυχνάρι
τὸν Πρόδρομό Σου, Λόγε·
ἀναζήτησε
καὶ βρὲς τὴ δική Σου εἰκόνα.
Δόξα ἀνήκει στὸν Πατέρα...
Εἶμαι Τριάδα ἁπλή, ἀδιαίρετη στὴν οὐσία,
ἀλλὰ διαιρετὴ σὲ πρόσωπα.
Συνάμα εἶμαι καὶ Μονάδα
στὴ φύση ἑνωμένη,
λέγει ὁ Πατέρας,
ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Καὶ τώρα...
Θεοτοκίο.
Ἡ μήτρα σου τὸν Θεὸ γιὰ χάρη μας γέννησε
μὲ τὴ δική μας ἀνθρώπινη μορφή.
Ἐκεῖνον, ὡς Κτίστη ὅλων τῶν ὄντων,
Θεοτόκε, νὰ παρακαλεῖς,
γιὰ νὰ δικαιωθοῦμε
μὲ τὶς προσευχές Σου.
Κοντάκιο αὐτόμελο.
Ψυχή μου! Ψυχή μου!
Σήκω ἐπάνω! Γιατί κοιμᾶσαι;
Τὸ τέλος τῆς ζωῆς σου φτάνει
καὶ σ᾿ ἀναμένει ταραχή!
Ξύπνα, λοιπόν! Γιὰ νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Χριστὸς καὶ Θεός.
Κεῖνος ποὺ βρίσκεται παντοῦ
καὶ τὰ πάντα γεμίζει μὲ τὴν παρουσία Του.
Θυμήσου μας, Κύριε, στὴ Βασιλεία Σου.
Θυμήσου μας, Κύριε ὅταν ἔρθεις μὲ τὴ δόξα τῆς Βασιλείας σου.
Τοῦ Παραδείσου πρῶτο πολίτη, Χριστέ μου, ἔκανες
τὸν ληστή, ὅταν ἐπάνω στὸν σταυρὸ
Σοῦ φώναξε τὸ «μνήσθητί μου».
Ἐκείνου τὴ μετάνοια
κάνε ν᾿ ἀποχτήσω κι ἐγὼ ὁ ἀνάξιος.
Μακάριοι εἶναι κεῖνοι ποὺ ἔχουν ταπεινὸ φρόνημα,
διότι σ᾿ αὐτοὺς ἀνήκει ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ἀκοῦς, ψυχή μου, ἀπ᾿ τὴ Γραφή, ὅτι παλιὰ ὁ Μανωὲ
εἶδε μὲ τὰ μάτια του τὸν Θεὸ
κι ἀπόχτησε τὸν καρπὸ τῆς ὑποσχέσεως
ἀπὸ στείρα γυναίκα.
Κείνου ἂς μιμηθοῦμε τὴν εὐσέβεια.
Μακάριοι εἶναι κεῖνοι ποὺ πενθοῦν γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους,
διότι αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦν ἀπ᾿ τὸν Θεό.
Στερήθηκες, ψυχή, τὴ δόξα τῶν ἔργων σου,
μὲ τὸ νὰ ζηλέψεις τὴ ραθυμία τοῦ Σαμψών.
Παρέδωσες στοὺς ἀλλοφύλους
τὴ μακάρια ζωὴ τῆς σωφροσύνης
καὶ προτίμησες τὴ φιληδονία.
Μακάριοι εἶναι οἱ πράοι, διότι αὐτοὶ θὰ λάβουν
ὡς κληρονομιὰ τὴν ἄνω γῆ τῆς ἐπαγγελίας (= τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ).
Κεῖνος ποὺ πρὶν μὲ τὸ σαγόνι τοῦ γαϊδάρου νίκησε
τοὺς ἀλλοφύλους, ἔγινε τώρα παρανάλωμα
τοῦ πάθους τῆς ἀκολασίας.
Γι᾿ αὐτό, ψυχή μου, σὺ ἀπέφυγε
τὴ μίμηση, τὴν πράξη καὶ τὴ χαύνωση.
Μακάριοι εἶναι κεῖνοι ποὺ ποθοῦν τὴ δικαιοσύνη τόσο βαθιά,
ὅσο κεῖνοι ποὺ ζητᾶνε τροφὴ καὶ διψᾶνε γιὰ νερό,
διότι ὁ Θεὸς θὰ ἱκανοποιήσει ἀπόλυτα τὸν πόθο τους.
Ὁ Βαρὰκ καὶ ὁ Ἰεφθάε, οἱ ἡγέτες τοῦ στρατοῦ,
καὶ κοντὰ σ᾿ αὐτοὺς ἡ ἀτρόμητη Δεββώρα
προκρίθηκαν ἀρχηγοὶ τοῦ Ἰσραήλ.
Μ᾿ αὐτῶν τ᾿ ἀνδραγαθήματα
ἐνισχύσου, ψυχή, καὶ γίνε ἀρρενωπή.
Μακάριοι εἶναι κεῖνοι ποὺ βοηθοῦν τὸν πλησίον τους
στὴν ὥρα τῆς ἀνάγκης, διότι αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν ἀπ᾿ τὸν Θεό.
Γιὰ τὴν ἀνδρεία τῆς Ἰαήλ, ψυχή μου, ἔμαθες,
ποὺ παλιὰ κάρφωσε τὸν Σισάρα μὲ τὸν πάσσαλο στὴ γῆ
καὶ πέτυχε τὴ σωτηρία τοῦ λαοῦ.
Ἀκοῦς γιὰ τὸν πάσσαλο,
μὲ τὸν ὁποῖο συμβολίζεται ὁ σταυρός.
Μακάριοι εἶναι κεῖνοι ποὺ ἔχουν τὴν καρδιά τους καθαρὴ
(ἀπὸ ἁμαρτωλὰ πάθη), διότι αὐτοὶ θὰ (ἀξιωθοῦν νὰ) δοῦν τὸν Θεό.
Θυσίασε, ψυχή μου, θυσία ἀξιέπαινη.
Γιὰ θυγατέρα πρόσφερε τὴν πράξη,
θυσία καθαρότερη ἀπ᾿ τοῦ Ἰεφθάε,
καὶ σφάξε γιὰ σφάγιο πρὸς τὸν Κύριό σου
τὰ πάθη τῆς σάρκας.
Μακάριοι εἶναι κεῖνοι ποὺ εἰρηνεύουν τοὺς ἀνθρώπους μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Θεό, διότι αὐτοὶ θὰ ὀνομαστοῦν ἀπ᾿ τὸν Θεὸ παιδιά Του.
Φέρε στὸν νοῦ σου, ψυχή μου, τὸ ποκάρι τοῦ Γεδεών.
Δέξου τὴ δροσιὰ ποὺ ἔρχεται ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ
καὶ σκύψε, ὅπως ὁ σκύλος, καὶ πιὲς
τὸ νάμα τοῦ νόμου ποὺ ξεπήδησε
μὲ τὴν ἀπόθλιψη τοῦ γράμματός του.
Μακάριοι εἶναι κεῖνοι ποὺ δοκίμασαν διωγμοὺς ἐξαιτίας τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀρετῆς, διότι σ᾿ αὐτοὺς ἀνήκει ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Τοῦ ἱερέα Ἠλεὶ τὴν καταδίκη
ἐπέσυρες, ψυχή μου, μὲ τὸ ν᾿ ἀνεχτεῖς
ἀπὸ ἔλλειψη φρονήσεως νὰ ἐνεργοῦν
τὰ παράνομα πάθη μέσα σου,
ὅπως ἐκεῖνος τὰ παιδιά του.
Μακάριοι εἶστε, ὅταν ἐξαιτίας μου οἱ ἄνθρωποι σᾶς χλευάσουν καὶ σᾶς διώξουν καὶ σᾶς κατηγορήσουν λέγοντας κάθε εἴδους ψέματα ἐναντίον σας.
Ὁ Λευίτης στὸ βιβλίο τῶν Κριτῶν
κομμάτιασε, ψυχή μου, τὴ γυναίκα του
μὲ ἐπιμέλεια στὶς δώδεκα φυλές,
γιὰ νὰ φανερώσει σ᾿ ὅλους τὴν αἰσχρὴ
καὶ παράνομη πράξη, ποὺ διέπραξε ὁ Βενιαμίν.
Νὰ χαίρεστε καὶ νὰ σκιρτᾶτε ἀπὸ ἀγαλλίαση
(ὅταν οἱ ἄνθρωποι σᾶς διώξουν ἐξαιτίας μου),
διότι ἡ ἀνταμοιβή σας στὴν οὐράνια Βασιλεία θὰ εἶναι μεγάλη.
Ἡ Ἄννα ποὺ ἀγάπησε τὴ σωφροσύνη, ὅταν προσευχόταν
κινοῦσε τὰ χείλη της γιὰ νὰ ὑμνήσει τὸν Θεό.
Φωνὴ ὅμως ἀπ᾿ τὸ στόμα της δὲν ἔβγαινε.
Ἔτσι, στείρα ὄντας,
γέννησε γιὸ τῆς προσευχῆς ἀντάξιο.
Θυμήσου μας, Κύριε, ὅταν ἔρθεις μὲ τὴ δόξα τῆς Βασιλείας Σου.
Μεταξὺ τῶν Κριτῶν κατατάχτηκε ὁ γόνος τῆς Ἄννας,
ὁ μεγάλος Σαμουήλ, ποὺ ἀνατράφηκε
στὴν Ἀρμαθὲμ μέσα στὸν οἶκο τοῦ Κυρίου.
Αὐτὸν προσπάθησε νὰ μιμηθεῖς, ψυχή μου,
καὶ κρίνε τὰ ἔργα σου συγκρίνοντὰς τα μὲ τὰ ἔργα τῶν ἄλλων.
Θυμήσου μας, Δέσποτα, ὅταν ἔρθεις μὲ τὴ δόξα τῆς Βασιλείας Σου.
Ὁ Δαβὶδ ποὺ ἐκλέχτηκε βασιλιάς,
χρίστηκε βασιλικὰ μὲ τὸ κέρατο
τοῦ θείου μύρου. Καὶ σὺ λοιπόν, ψυχή μου,
ἂν ποθεῖς τὴν οὐράνια Βασιλεία,
χρίσου, ἀντὶ γιὰ μύρο μὲ τὰ δάκρυα.
Θυμήσου μας, Ἅγιε, ὅταν ἔρθεις μὲ τὴ δόξα τῆς Βασιλείας Σου.
Ἐλεήμονα, ἐλέησε τὸ πλάσμα Σου!
Σπλαχνίσου τῶν χεριῶν Σου τὸ δημιούργημα!
Καὶ λυπήσου ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς!
Καὶ μένα ποὺ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους
περιφρόνησα τὶς ἐντολές Σου.
Δόξα ἀνήκει στὸν Πατέρα...
Ἄναρχη τὴ γέννηση καὶ τὴν πρόοδο (ὁμολογώντας),
προσκυνῶ τὸν Πατέρα ποὺ γέννησε,
δοξάζω τὸν Υἱὸ ποὺ γεννήθηκε
καὶ ὑμνῶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο,
ποὺ τὸ φῶς μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ σκορπᾶ.
Καὶ τώρα...
Θεοτοκίο.
Προσκυνοῦμε, Θεογεννήτρια, τὴ γέννα σου, ποὺ στάθηκε
πάνω ἀπ᾿ τοὺς νόμους τῆς φύσεως, χωρὶς νὰ διαιροῦμε
τὴ δόξα τῶν δυὸ φύσεων τοῦ βρέφους σου.
Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἕνα πρόσωπο,
Τὸν ὁμολογοῦμε μὲ δυὸ φύσεις.
Ὠδὴ ζ´
Ἁμαρτήσαμε! Παρανομήσαμε!
Ἀδικήσαμε μπροστὰ στὰ μάτια Σου!
Δὲν τηρήσαμε πιστὰ
καὶ δὲν ἐκτελέσαμε
τὶς ἐντολές Σου, ποὺ μᾶς ἔδωσες.
Σὺ ὅμως, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων μας,
μὴ μᾶς παραδώσεις σὲ θάνατο κι ἀφανισμό.
Ἁμάρτησα! Ἔσφαλα
καὶ ἀθέτησα τὴν ἐντολή Σου!
Στὴ ζωὴ πορεύτηκα ἀπὸ τὴ μιὰ στὴν ἄλλη ἁμαρτία
καὶ στὶς πληγές μου πρόσθεσα
κι ἄλλα τραύματα.
Ἀλλὰ Σύ, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων μου,
σὰν σπλαχνικὸς ἐλέησέ με.
Σὲ Σένα τὸν Κριτή μου ἐξαγόρευσα
τῆς καρδιᾶς μου τ᾿ ἀπόκρυφα.
Δὲς τὴν ταπείνωσή μου.
Δὲς καὶ τὴ θλίψη μου
καὶ δῶσε τώρα προσοχὴ στὴν περίπτωσή μου.
Καὶ σύ, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων μου,
σὰν σπλαχνικὸς ἐλέησέ με.
Ὁ Σαούλ, ψυχή μου, ὅταν κάποτε
ἔχασε τὰ γαϊδούρια τοῦ πατέρα του,
ἀντὶ γι᾿ αὐτὰ βρῆκε συμπτωματικὰ τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα,
στὸ ὁποῖο κι ἀνέβηκε.
Πρόσεχε λοιπὸν καὶ σὺ μὴν ξεχαστεῖς
καὶ προτιμήσεις τὶς κτηνώδεις ὀρέξεις σου
ἀπ᾿ τὴ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Δαβίδ, ὁ πρόγονος τοῦ Χριστοῦ, ψυχή μου,
διπλὰ κάποτε ἁμάρτησε.
Τοξεύτηκε ἀπ᾿ τὰ βέλη τῆς μοιχείας
καὶ νικήθηκε ἀπ᾿ τὸ δόρυ
τῆς ποινῆς τοῦ φόνου.
Ἀλλὰ σὺ ἔχεις ἁμαρτήματα βαρύτερα,
τὶς κακὲς ὁρμὲς ποὺ φωλιάζουν στὴν προαίρεσή σου.
Πρόσθεσε κάποτε ὁ Δαβὶδ
στὴ μιὰ ἁμαρτία κι ἄλλη.
Ἐκτὸς ἀπ᾿ τὴ μοιχεία ἔκανε καὶ φόνο,
ἀλλ᾿ ἀμέσως ἔδειξε
καὶ τὴ μετάνοια διπλή.
Σὺ ὅμως, ψυχή μου, ἔκανες μεγαλύτερες ἁμαρτίες,
χωρὶς νὰ δείξεις στὸν Θεὸ μετάνοια.
Ὁ Δαβὶδ τότε ὕψωσε
σὰν ἄλλη εἰκόνα τὸν ὕμνο ποὺ συνέθεσε,
μὲ τὸν ὁποῖο ἐλέγχει τὴν πράξη
ποὺ ᾿κανε
φωνάζοντας δυνατά: «Ἐλέησέ με».
Σὲ Σένα μόνο ἁμάρτησα, τὸν Θεὸ τῶν ὅλων.
Σὺ ἀπ᾿ τὴν ἁμαρτία μου καθάρισέ με.
Ὅταν μεταφερόταν ἡ κιβωτὸς
πάνω στὸ ἅρμα καὶ τόλμησε ἐκεῖνος ὁ Ὀζά,
τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ βόδι τὴν ταρακούνησε,
μόνο νὰ τὴν ἀγγίξει,
δοκίμασε τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλὰ φεῦγε μακριά, ψυχή μου, ἀπ᾿ τὴν αὐθάδεια ἐκείνου
καὶ μὴν πάψεις νὰ σέβεσαι σωστὰ τὰ θεῖα.
Ἄκουσες γιὰ τὸν Ἀβεσσαλώμ,
μὲ ποιό τρόπο ἐπαναστάτησε ἐνάντια σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ τὸν γέννησε.
Γνώρισες τὶς βδελυρές του πράξεις,
μὲ τὶς ὁποῖες πρόσβαλε
τὸ κρεβάτι τοῦ πατέρα του Δαβίδ.
Ἀλλὰ καὶ σὺ μιμήθηκες τὶς ἐμπαθεῖς
καὶ φιλήδονες ὁρμές του.
Ὑπέταξες τὴ θέλησή σου
τὴν κυρίαρχη στὸ σῶμα σου.
Γιατὶ σὰν ἄλλον Ἀχιτόφελ βρίσκοντας,
ψυχή μου, τὸν ἐχθρὸ τῶν ἀνθρώπων (διάβολο)
ἀκολούθησες τὰ σχέδιά του.
Ἀλλ᾿ αὐτὰ τὰ διάλυσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς
γιὰ νὰ μπορέσεις σὺ μ᾿ ἀσφάλεια νὰ σωθεῖς.
Ὁ ἀξιοθαύμαστος Σολομών,
ὁ γεμάτος ἀπὸ χάρη καὶ σοφία·
αὐτὸς κάποτε ἔκανε τὸ πονηρὸ
μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ
κι ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ κοντά Του.
Ἐκεῖνον καὶ σὺ ἀκολούθησες τυφλά,
ψυχή, μὲ τὴν ἀπαίσια ζωή σου.
Στὶς ἡδονὲς ἀγκιστρωμένος
μολυνόταν ἀπ᾿ τὰ πάθη του.
Τί κρίμα! Ὁ ἐραστὴς τῆς σοφίας ἔγινε
ἐραστὴς πορνῶν γυναικῶν,
ἀποξενωμένος ἀπ᾿ τὸν Θεό!
Αὐτὸν καὶ σὺ ἡ ἴδια μιμήθηκες, ψυχή μου,
νοερά, μὲ τὶς αἰσχρὲς ἡδυπάθειες.
Τὸν Ροβοὰμ μιμήθηκες,
ποὺ καταφρόνησε τὴν πατρικὴ συμβουλή.
Συνάμα καὶ τὸν κάκιστο
δοῦλο Ἱεροβοάμ,
ποὺ ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ ἦταν, ψυχή μου, ἀποστάτης.
Ἀλλὰ φεῦγε τὴ μίμησή τους καὶ φώναζε δυνατὰ πρὸς τὸν Θεό:
Ἁμάρτησα! Σπλαχνίσου με.
Ἀλίμονο, ψυχή μου!
Μιμήθηκες τὸν Ἀχαὰβ στὰ μολύσματα.
Ἔγινες ἄντρο
σαρκικῶν ἀκαθαρσιῶν
κι ὄργανο τῶν αἰσχρῶν παθῶν.
Στέναξε λοιπὸν βαθιά! Καὶ λέγε στὸν Θεὸ
τὶς ἁμαρτίες σου.
Ἔκαψε κάποτε ὁ Ἠλίας
δυὸ φορὲς ἀπὸ πενήντα (στρατιῶτες) τῆς Ἰεζάβελ,
τότε ποὺ κατέσφαξε
τοὺς ἱερεῖς τῆς αἰσχύνης
γιὰ νὰ ἐλέγξει τὸν Ἀχαάβ.
Ἀλλὰ φεῦγε καὶ τῶν δυὸ τὴ μίμηση,
ψυχή, καὶ πάρε δύναμη.
Σοῦ κλείστηκε ὁ οὐρανός, ψυχή μου,
καὶ σὲ κατέλαβε πείνα Θεοῦ,
γιατὶ ἀπείθησες στὰ λόγια
τοῦ Ἠλία τοῦ Θεσβίτη,
ὅπως παλιὰ ὁ Ἀχαάβ.
Ὅμως τώρα μιμήσου τὴ Σαραφθία
καὶ θρέψε τοῦ Προφήτη τὴν ψυχή.
Τοῦ Μανασσῆ τὰ ἁμαρτήματα
μὲ τὴν προαίρεσή σου ἐπισώρευσες.
Ἔστησες ἀντὶ γιὰ εἴδωλα τὰ πάθη
καὶ πλήθυνες, ψυχή,
τὰ ὁμοιώματα τῶν ψεύτικων θεῶν.
Ὅμως τώρα μιμήσου μὲ θέρμη καὶ τὴ μετάνοια ποὺ ἔδειξε
καὶ γίνε πλούσια σὲ κατάνυξη.
Πέφτω στὰ πόδια Σου! Καὶ Σοῦ προσφέρω
γιὰ δάκρυα τὰ λόγια μου:
Ἁμάρτησα ὅπως ἁμάρτησε ἡ Πόρνη.
Κι ἀθέτησα τὸν νόμο Σου,
ὅσο κανεὶς ἄλλος στὴ γῆ.
Ἀλλὰ λυπήσου, Κύριε, τὸ πλάσμα Σου
καὶ ξαναφέρε με κοντά Σου.
Κηλίδωσα τὴν εἰκόνα Σου
κι ἀτίμασα τὴν ἐντολή Σου.
Τὸ κάλλος ὁλόκληρο ἀμαυρώθηκε
καὶ μὲ τὰ πάθη
σβήστηκε, Σωτήρα, ἡ λαμπάδα.
Λυπήσου με, λοιπόν, καί, ὅπως ψάλλει ὁ Δαβίδ,
δῶσ᾿ μου τὴν ἀγαλλίαση.
Γύρισε! Μετανόησε!
Φανέρωσε ὅ,τι ἔχεις μέσα σου.
Λέγε στὸν Θεὸ ποὺ τὰ πάντα γνωρίζει:
Σὺ μόνο ξέρεις
τ᾿ ἀπόκρυφα τῆς καρδιᾶς μου, Σωτήρα.
Καὶ Σὺ ἐλέησέ με, ὅπως ψάλλει ὁ Δαβίδ,
κατὰ τὸ ἔλεός Σου.
Τέλειωσαν οἱ μέρες τῆς ζωῆς μου,
ὅπως τὸ ὄνειρο ἐκείνου ποὺ ξυπνᾶ.
Ἔτσι, ὅπως ὁ Ἐζεκίας, κλαίω
πάνω στὸ κρεβάτι μου
νὰ μοῦ προσθέσει ὁ Θεὸς χρόνια ζωῆς.
Ἀλλὰ ποιός Ἡσαΐας νὰ σοῦ παρασταθεῖ, ψυχή,
παρὰ τῶν ὅλων ὁ Θεός;
Δόξα στὸν Πατέρα...
Τριάδα ἁπλὴ καὶ ἀδιαίρετη,
μία οὐσία καὶ μία φύση·
φῶτα καὶ φῶς, τρία ἅγια πρόσωπα
καὶ μία ἅγια φύση
ὑμνεῖται ἡ Τριάδα Θεός.
Ἀλλὰ πλέξε ἐγκώμια καὶ δοξολογίες, ψυχή, στὴ μία ζωὴ
καὶ στὶς τρεῖς ζωές, τὸν Θεὸ τῶν ὅλων.
Καὶ τώρα...
Θεοτοκίο.
Σὲ ὑμνοῦμε. Σ᾿ εὐλογοῦμε
καὶ σὲ προσκυνοῦμε, Θεογεννήτρια,
γιατὶ ἀπ᾿ τὴν ἀχώριστη Τριάδα
γέννησες
τὸν Ἕνα, τὸν Υἱὸ καὶ Θεό.
Καὶ σὺ πρώτη ἄνοιξες σ᾿ ἐμᾶς,
τὰ πλάσματα τῆς γῆς, τὰ ἐπουράνια.
Ὠδὴ η´
Κεῖνον ποὺ οἱ στρατιὲς τῶν οὐρανῶν δοξάζουν
καὶ τρέμουν τὰ Χερουβὶμ
καὶ τὰ Σεραφίμ,
καθετὶ ποὺ ἀναπνέει καὶ ἡ κτίση ὁλάκερη·
ὑμνεῖτε, εὐλογεῖτε
καὶ διατηρεῖτε στὰ ὕψη τοῦ πνεύματός σας
ἀκατάπαυστα.
Ἐμένα ποὺ ἁμάρτησα, Σωτήρα μου, ἐλέησε.
Τὸν νοῦ μου παρακίνησε νὰ θελήσει
νὰ ἐπιστρέψω κοντά Σου.
Δέξε με τώρα ποὺ μετανοῶ.
Δεῖξε εὐσπλαχνία σὲ μένα ποὺ Σοῦ φωνάζω δυνατά:
Ἁμάρτησα σὲ Σένα μόνο!
Παρέβηκα τὸν Νόμο! Ἐλέησέ με.
Ὁ ἁρματηλάτης Ἠλίας ποὺ ἀνέβηκε
στὸ ἅρμα τῶν ἀρετῶν,
τὸ ὁδηγοῦσε τότε
πάνω ἀπὸ τὰ ἐπίγεια
πρὸς τοὺς οὐρανούς.
Τοῦ Προφήτη, ψυχή μου,
ν᾿ ἀναλογίζεσαι τὴν ἄνοδο.
Τοῦ Ἰορδάνη τὰ νερὰ τότε
χωρίστηκαν ἀπ᾿ τὴ μιὰ κι ἀπ᾿ τὴν ἄλλη
μὲ τὴν προβιὰ τοῦ Ἠλία
γιὰ χάρη τοῦ Ἐλισαίου.
Σὺ ὅμως, ψυχή μου,
δὲν ἀπέχτησες τὴ χάρη τούτη
γιατὶ δὲν ἐγκρατεύτηκες.
Ὁ Ἐλισαῖος ὅταν δέχτηκε
τὴν προβιὰ τοῦ Ἠλία,
ἔλαβε χάρη
διπλὴ ἀπὸ τὸν Κύριο.
Σὺ ὅμως, ψυχή μου,
τὴ χάρη τούτη δὲν ἀπέχτησες
γιατὶ δὲν ἐγκρατεύτηκες.
Ἡ γυναίκα ἀπ᾿ τὴν πόλη Σουνὰμ κάποτε φιλοξένησε
τὸν δίκαιο Ἐλισαῖο, ψυχή μου,
μ᾿ ἀγαθὴ διάθεση.
Σὺ ὅμως δὲν ἔμπασες στὸ σπίτι σου
οὔτε ξένο οὔτε στρατοκόπο.
Γι᾿ αὐτὸ θὰ πεταχτεῖς ἔξω ἀπ᾿ τὸν νυμφώνα
θρηνώντας γοερά.
Τοῦ Γιεζῆ μιμήθηκες σ᾿ ὅλη σου τὴ ζωὴ
τὴν ἀκάθαρτη διάθεση,
ταλαίπωρη ψυχή μου.
Πέταξε ἀπὸ πάνω σου, ἔστω καὶ στὰ γεράματά σου,
τὴ φιλαργυρία ποὺ εἶχε κι ἐκεῖνος.
Φύγε μακριὰ ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
τῆς κολάσεως, ξεκόβοντας ἀπ᾿ τὰ πάθη σου.
Τὸν Ὀζία, ψυχή μου, μιμήθηκες.
Γι᾿ αὐτὸ κι ἀπέχτησες
τὴ λέπρα του διπλή·
καὶ στὸν λογισμό, ὅπου λογίζεσαι ἄτοπα,
καὶ στὸ σῶμα, μὲ τὸ ὁποῖο κάνεις παρανομίες.
Ἄφησε ὅ,τι κατέχεις ἄδικα
καὶ πρόστρεξε στὴ μετάνοια.
Γιὰ τοὺς Νινευίτες, ψυχή μου, ἄκουσες,
πὼς μετανόησαν πρὸς τὸν Θεὸ
μὲ σάκο καὶ μὲ στάχτη.
Ὅμως δὲν τοὺς μιμήθηκες,
ἀλλ᾿ ἀποδείχτηκες χειρότερη
ἀπ᾿ ὅλους ποὺ καὶ πρὶν
καὶ μετὰ τὸν νόμο ἔφταιξαν.
Γιὰ τὸν Ἱερεμία, ψυχή μου, ἄκουσες
πὼς μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸν λάκκο τοῦ βορβόρου
μὲ θρήνους φώναζε
πρὸς τὴν πόλη τῆς Σιὼν
καὶ ζητοῦσε δάκρυα.
Μιμήσου καὶ σὺ
τὴ θρηνώδη ζωή του, καὶ θὰ σωθεῖς.
Ὁ Ἰωνᾶς ἀναχώρησε στὴ Θαρσεὶς
μὲ τὸ νὰ ξέρει τὴν ἐπιστροφὴ
τῶν Νινευιτῶν.
Γνώριζε ὡς Προφήτης
τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ.
Γι᾿ αὐτὸ μὲ ζῆλο φρόντιζε
νὰ μὴ διαψευστεῖ ἡ προφητεία.
Γιὰ τὸν Δανιήλ, ψυχή μου, ἄκουσες
πῶς μὲς στὸν λάκκο ἔφραξε
τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν.
Ἀκόμη ἔμαθες, πῶς οἱ τρεῖς νέοι,
ὁ Ἀζαρίας, ὁ Ἀνανίας κι ὁ Μισαήλ,
ἔσβησαν μὲ τὴν πίστη τους
τὴ φλόγα τοῦ ἀναμμένου καμινιοῦ.
Τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅλους τοὺς ἄνδρες
σοῦ τοὺς ἔφερα, ψυχή μου,
γιὰ παράδειγμα.
Μιμήσου τῶν δικαίων
τὶς φιλόθεες πράξεις
κι ἀπόφυγε
τὶς ἁμαρτίες τῶν πονηρῶν.
Δίκαιε Κριτὴ καὶ Σωτήρα μου, ἐλέησε
καὶ λύτρωσέ με ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
καὶ τὴν ἀπειλή,
ποὺ πρόκειται τὴ μέρα τῆς κρίσεως
δίκαια νὰ ὑποστῶ.
Λύτρωσέ με πρὶν ἀπ᾿ τὴν τελευταία μου στιγμὴ
μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ μετάνοια.
Ὅπως ὁ ληστὴς Σοῦ φωνάζω δυνατὰ τὸ «Μνήσθητι».
Ὅπως ὁ Πέτρος κλαίω πικρά.
Ὅπως ὁ Τελώνης κράζω:
«Λύτρωσέ με, Σωτήρα μου».
Ὅπως ἡ Πόρνη δακρύζω.
Καὶ ὅπως παλιὰ τῆς Χαναναίας
δέξου τὸν θρῆνο μου.
Τὴ σαπίλα γιάτρεψε
τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς, Σωτήρα μου,
Σὺ ὁ μοναδικὸς γιατρός.
Βάλε μου κατάπλασμα
καὶ λάδι καὶ κρασὶ
ἔργα μετανοίας,
κατάνυξη καὶ δάκρυα.
Τῆς Χαναναίας τὸ παράδειγμα κι ἐγὼ ἀντιγράφοντας,
φωνάζω δυνατὰ πρὸς τὸν Γιὸ τοῦ Δαβίδ:
«Ἐλέησέ με».
Ἀκουμπῶ στὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματος,
ὅπως ἡ Αἱμορροούσα.
Κλαίω ὅπως ἡ Μάρθα
καὶ ἡ Μαρία γιὰ τὸν Λάζαρο.
Ἀδειάζοντας στὸ κεφάλι Σου ἐπάνω,
Σωτήρα μου, ὡς μύρο
τὸ ἀλάβαστρο τῶν δακρύων μου,
Σοῦ φωνάζω δυνατὰ ὅπως ἡ Πόρνη,
ζητώντας τὴ συμπάθειά Σου.
Σοῦ προσφέρω τὴ δέησή μου
καὶ ζητῶ νὰ λάβω τὴν ἄφεση.
Ἂν καὶ κανείς, ὅπως ἐγώ, δὲν ἁμάρτησε σὲ Σένα,
σπλαχνικὲ Σωτήρα μου,
ὅμως δέξου με
τώρα, ποὺ μετανοῶ μὲ φόβο
καὶ μὲ πόθο ψυχῆς φωνάζω δυνατά:
Ἁμάρτησα σὲ Σένα μόνο!
Ἀθέτησα τὸν Νόμο! Ἐλέησέ με.
Λυπήσου, Σωτήρα, τὸ δικό Σου πλάσμα.
Καὶ σὰν ποιμένας ἀναζήτησε
τὸ χαμένο πρόβατο.
Ἐμένα ποὺ πλανήθηκα,
γλίτωσέ με ἀπ᾿ τοῦ λύκου τὰ δόντια.
Κάνε κι ἐγὼ νὰ τρέφομαι
ἀπ᾿ τὸ λιβάδι τῶν δικῶν Σου προβάτων.
Ὅταν θὰ καθίσεις ὡς σπλαχνικὸς Κριτὴς
καὶ θὰ δείξεις, Χριστέ μου,
τὴ φοβερὴ δόξα Σου,
τί φόβος τότε ἀνέκφραστος
ἀπ᾿ τὸ καμίνι ποὺ θὰ καίει!
Ὅλοι θὰ τρέμουν
γιατὶ δὲν θὰ μποροῦν νὰ ὑποφέρουν τὸ κριτήριό Σου.
Εὐλογοῦμε τὸν Πατέρα,
τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸν ἕνα Κύριο.
Πατέρα ἄναρχε, Υἱὲ συνάναρχε,
Παράκλητε ἀγαθέ,
τὸ εὐθὲς Πνεῦμα·
Πατέρα, Γεννήτορα τοῦ Θεοῦ Λόγου,
Λόγε τοῦ ἄναρχου Πατέρα,
Πνεῦμα ζωντανὸ καὶ δημιουργικό,
Τριάδα καὶ Μονάδα, ἐλέησέ με.
Καὶ τώρα...
Θεοτοκίο.
Σὰν ἀπὸ βαφὴ ἁλουργίδας, Ἄχραντε,
ἡ νοητὴ πορφύρα,
τὸ σῶμα τοῦ Ἐμμανουήλ,
ὑφάνθηκε μὲ τὸ δικό σου
μέσα στὴν κοιλιά σου.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὡς Θεοτόκο
ἀληθινὰ σὲ τιμοῦμε.
Ὠδὴ θ´
Τῆς χωρὶς σπέρμα σύλληψης
εἶναι καὶ ἡ γέννα ἀνερμήνευτη.
Τῆς Μητέρας ποὺ δὲν γνώρισε ἄνδρα
εἶναι καὶ ἡ κυοφορία ἄφθορη.
Ὁ Θεὸς ποὺ γεννήθηκε
δημιουργεῖ νέους ὅρους στὶς φύσεις.
Γι᾿ αὐτὸ ὅλες οἱ γενεὲς τῶν ἀνθρώπων
σὲ δοξάζουν ὀρθόδοξα
ὡς Θεόνυμφη Μητέρα.
Ὁ νοῦς μου τραυματισμένος,
τὸ σῶμα ἐξασθενημένο,
τὸ πνεῦμα μου νοσεῖ.
Ἡ φωνή μου ἀτόνησε,
ἡ ζωή μου νεκρώθηκε,
ἔρχετ᾿ ὁ θάνατος.
Γι᾿ αὐτό, ταλαίπωρη ψυχή,
τί θὰ κάνεις, ὅταν θὰ ἔρθει
ὁ Κριτὴς νὰ ἐξετάσει τὰ ἔργα σου;
Τοῦ Μωυσῆ ἔφερα μπροστά σου,
ψυχή μου, τὴν περιγραφὴ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου.
Καὶ ἀπὸ κεῖνον ἔλαβα
κάθε σημαντικὴ γραφὴ
ποὺ ἐξιστορεῖ τὴ ζωὴ
ἀνδρῶν δικαίων καὶ ἁμαρτωλῶν.
Ἀπ᾿ αὐτούς, ψυχή μου, μιμήθηκες
τοὺς δεύτερους κι ὄχι τοὺς πρώτους.
Ἔτσι ἁμάρτησες πρὸς τὸν Θεό.
Ὁ Νόμος ἀδράνησε.
Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν κάνει τίποτε.
Ὁλόκληρη ἡ Γραφὴ
στὴ ζωή σου παραμελήθηκε.
Οἱ Προφῆτες ἀτόνησαν
καὶ κάθε δίκαιου ἄνδρα λόγος.
Τὰ τραύματά σου, ψυχή μου,
πλήθυναν, μὴ ἔχοντας
γιατρὸ γιὰ νὰ σὲ θεραπεύσει.
Ἀπ᾿ τὴν Καινὴ Διαθήκη
φέρνω μπροστά σου, ψυχή μου,
τὰ ὑποδείγματα ποὺ σ᾿ ὁδηγοῦνε
σὲ κατάνυξη.
Προσπάθησε νὰ μιμηθεῖς τοὺς δίκαιους
καὶ ν᾿ ἀποφεύγεις τοὺς ἁμαρτωλούς.
Καὶ νὰ ἐξιλεώσεις τὸν Χριστὸ
μὲ προσευχὲς καὶ νηστεῖες,
μὲ ἁγνότητα καὶ σεμνότητα.
Ὁ Χριστὸς ἔγινε βρέφος.
Μὲ τὸ σῶμα ποὺ πῆρε ἔγινε ὅμοιος μὲ μένα.
Καὶ ὅλα ἐκεῖνα
ποὺ ἀνήκουνε στὴ φύση τὴν ἀνθρώπινη
μὲ τὴ θέλησή Του τὰ ἀνέλαβε,
μ᾿ ἐξαίρεση μόνο τὴν ἁμαρτία.
Ἔτσι, ψυχή μου, σοῦ φανέρωσε
ὑπογραμμὸ καὶ εἰκόνα
τῆς δικῆς Του συγκατάβασης.
Ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος
καὶ κάλεσε σὲ μετάνοια
ληστὲς καὶ πόρνες.
Ψυχή μου, μετανόησε.
Ἡ θύρα τῆς Βασιλείας
ἔχει ἤδη ἀνοιχτεῖ.
Καὶ οἱ πρῶτοι ποὺ τὴν κερδίζουν
εἶναι Φαρισαῖοι καὶ Τελῶνες
καὶ μοιχοὶ ποὺ ἀλλάζουν ζωή.
Ὁ Χριστὸς ἔσωσε τοὺς Μάγους.
Κάλεσε κοντά Του τοὺς τσομπάνους.
Πλήθη ἀπὸ νήπια
τ᾿ ἀνέδειξε μάρτυρες.
Δόξασε τὸν γέροντα (Συμεὼν)
καὶ τὴν ἡλικιωμένη χήρα (Ἄννα).
Ὅλων αὐτῶν, ψυχή μου, δὲν μιμήθηκες
οὔτε τὶς πράξεις οὔτε τὸν βίο.
Ἀλλὰ ἀλίμονό σου στὴν ὥρα τῆς κρίσεως!
Ὁ Κύριος, ὅταν νήστεψε
σαράντα μέρες
στὴν ἔρημο,
ὕστερα πείνασε,
δείχνοντας ὅτι ἦταν κι ἄνθρωπος.
Καὶ σύ, ψυχή μου, μὴ λιγοψυχήσεις,
ἂν σὲ πειράξει ὁ ἐχθρός.
Μὲ προσευχὲς καὶ μὲ νηστεῖες
διῶξ᾿ τον ἀπὸ κοντά σου.
Ὁ Χριστὸς πειραζότανε.
Ὁ Διάβολος πείραζε
δείχνοντας τὶς πέτρες
καὶ ζητώντας νὰ γίνουν ψωμιά.
Σὲ βουνὸ Τὸν ἀνέβασε
νὰ δεῖ σὲ ριπὴ ὀφθαλμοῦ
τοῦ κόσμου ὅλα τὰ βασίλεια.
Φοβήσου, ψυχή μου, τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονός,
στάσου ἄγρυπνη καὶ προσεύχου κάθε ὥρα στὸν Θεό.
Ἡ φιλέρημη τρυγόνα,
τὸ λυχνάρι τοῦ Χριστοῦ,
βρόντηξε μὲ τὴ φωνή του
κηρύττοντας μετάνοια.
Ὁ Ἡρώδης παρανόμησε
μαζὶ μὲ τὴν Ἡρωδιάδα.
Σὺ ὅμως, ψυχή μου, πρόσεχε μὴν πιαστεῖς
στὶς παγίδες τῶν παραβατῶν τοῦ Νόμου,
ἀλλ᾿ ἀγάπα τὴ μετάνοια.
Στὴν ἐρημιὰ κατοίκησε
ὁ Πρόδρομος τῆς χάριτος.
Κι οἱ κάτοικοι ὁλόκληρης
τῆς Ἰουδαίας καὶ τῆς Σαμάρειας
ἀκούοντας ἔτρεχαν
καὶ ἐξομολογοῦνταν
τὶς ἁμαρτίες τους
καὶ πρόθυμα βαφτίζονταν.
Ὅλους αὐτοὺς σύ, ψυχή μου, δὲν μιμήθηκες.
Ὁ γάμος ἂς εἶναι τιμημένος
καὶ τὸ κρεβάτι ἂς φυλάγεται καθαρὸ ἀπὸ κάθε μολυσμό.
Καὶ τὰ δυὸ
εὐλόγησε πρῶτα ὁ Χριστός,
τρώγοντας στὴν τράπεζα ὡς ἄνθρωπος
στὸν γάμο τῆς Κανᾶ,
ὅπου ἔκανε τὸ νερὸ κρασὶ
καὶ τέλεσε τὸ πρῶτο θαῦμα,
γιὰ νὰ πιστέψεις σύ, ψυχή μου.
Ὁ Χριστὸς ἔκανε καλὰ τὸν Παράλυτο
κι αὐτὸς σήκωσε τὸ κρεβάτι του.
Καὶ τὸν νέο,
τὸν γιὸ τῆς χήρας
ποὺ πέθανε, ἀνέστησε
καὶ θεράπευσε τὸν δοῦλο τοῦ Ἑκατοντάρχου.
Καὶ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα, ὅταν συναντήθηκε,
τὴν πνευματικὴ λατρεία
γιὰ σένα, ψυχή μου, προσδιόρισε.
Τὴν Αἱμορροούσα ὁ Κύριος θεράπευσε,
ὅταν ἀκούμπησε στὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματος.
Λεπροὺς καθάρισε.
Τυφλοὺς καὶ κουτσοὺς
φώτισε καὶ ἔγιανε.
Ἀκόμη θεράπευσε κουφοὺς καὶ ἀλάλους
καὶ τὴν κυρτωμένη γυναίκα
μὲ τὸν λόγο Του,
γιὰ νὰ σωθεῖς σὺ πιστεύοντας, ἄθλια ψυχή.
Ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ,
τὶς ἀρρώστιες γιατρεύοντας
κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς φτωχούς.
Κουλοὺς θεράπευσε,
μὲ τοὺς Τελῶνες συνέτρωγε
καὶ μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀναστρεφόταν.
Καὶ τὴν ψυχὴ τῆς κόρης τοῦ Ἰάειρου,
ποὺ εἶχε φύγει ἀπ᾿ τὸ σῶμα,
τὴν ἐπανέφερε μόλις τῆς ἔπιασε τὸ χέρι.
Ὁ Τελώνης κέρδιζε τὴ σωτηρία.
Ἡ Πόρνη ἀπαρνιόταν τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή.
Κι ὁ Φαρισαῖος ἐπειδὴ
κόμπαζε κατακρινόταν.
Ὁ Τελώνης ἔλεγε «ἱλάσθητι»·
ἡ Πόρνη «ἐλέησόν με».
Κι ὁ Φαρισαῖος φώναζε μὲ κομπορρημοσύνη:
«Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι»,
καὶ τ᾿ ἄλλα λόγια τῆς μωρίας του.
Ὁ Ζακχαῖος ἦταν Τελώνης
κι ὅμως σώθηκε.
Ὁ Σίμωνας
ὁ Φαρισαῖος ἔπεσε σὲ σφάλμα.
Κι ἡ Πόρνη πῆρε
ἄφεση γιὰ τὰ κρίματά της
ἀπ᾿ Αὐτὸν ποὺ ἔχει τὴ δύναμη
νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτήματα.
Ἐκεῖνον κάνε νὰ φανεῖ, ψυχή, καὶ σὲ σένα σπλαχνικός.
Τὴν Πόρνη δὲν προσπάθησες νὰ μιμηθεῖς,
ταλαίπωρη ψυχή μου,
ποὺ πῆρε
τὸ ἀλάβαστρο τοῦ μύρου
κι ἄλειψε μαζὶ μὲ δάκρυα
τὰ πόδια τοῦ Κυρίου
καὶ ὕστερα τὰ σκούπισε μὲ τῆς κεφαλῆς της τὶς τρίχες.
Ἐκείνου ποὺ ᾿σκιζε τὸ γραμμάτιο
μὲ τὶς παλιές της ὀφειλὲς (ἁμαρτίες).
Γιὰ τὶς πόλεις, ὅπου κήρυξε
ὁ Χριστὸς τὸ Εὐαγγέλιο,
ψυχή μου, ἔμαθες
ὅτι τὶς καταράστηκε.
Νὰ φοβᾶσαι τὸ παράδειγμά τους,
μήπως καὶ σὺ γίνεις ὅπως ἐκεῖνες.
Διότι ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστός,
συγκρίνοντάς τες μὲ τὶς πόλεις τῶν Σοδόμων,
μέχρι τὸν Ἅδη τὶς καταδίκασε.
Ψυχή μου, μὴ φανεῖς
χειρότερη ἀπ᾿ τὴ Χαναναία
μὲ τὴν ἀπόγνωσή σου.
Ἄκουσες γιὰ τὴν πίστη της,
ὅτι γι᾿ αὐτὴν μὲ λόγο Θεοῦ
γιατρεύτηκε τὸ κοριτσάκι.
Φώναξε ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς
ὅπως ἐκείνη στὸν Χριστό:
Γιὲ τοῦ Δαβίδ, σῶσε καὶ μένα!
Σπλαχνίσου! Σῶσε με!
Γιὲ τοῦ Δαβίδ, ἐλέησέ με.
Σὺ ποὺ δαιμονισμένους
μὲ τὸν λόγο Σου θεράπευσες.
Τὰ λόγια τὰ σπλαχνικά,
ὅπως γιὰ τὸν ληστή, πρόφερε καὶ γιὰ μένα:
Ἀληθινὰ σὲ βεβαιώνω ὅτι μαζί μου
θὰ ᾿σαι στὸν Παράδεισο,
ὅταν θὰ ἔρθω μὲ τὴ δόξα μου.
Ληστὴς Σὲ κατηγοροῦσε!
Καὶ ληστὴς πάλι θεολογοῦσε!
Κι οἱ δυό τους
ἦταν μαζί Σου κρεμασμένοι στὸν σταυρό.
Κύριέ μου πολυεύσπλαχνε,
ὅπως στὸν ληστὴ ποὺ Σὲ πίστεψε
καὶ Σ᾿ ἀναγνώρισε Θεό,
ἔτσι καὶ σὲ μένα ἄνοιξε τὴν πόρτα
τῆς ἔνδοξης Βασιλείας Σου.
Ἡ κτίση ἀγωνιοῦσε
βλέποντάς Σε νὰ σταυρώνεσαι.
Βουνὰ καὶ πέτρες
ἀπ᾿ τὸν φόβο σχίζονταν.
Ἡ γῆ συγκλονιζόταν ἀπὸ σεισμὸ
κι ὁ Ἅδης ἔμενε γυμνός.
Τὸ φῶς γινόταν σκοτάδι,
ἂν καὶ ἤτανε ἡμέρα, βλέποντάς Σε,
Ἰησοῦ, καρφωμένο στὸν σταυρό.
Ἄξιους τῆς μετάνοιας
καρποὺς μὴ γυρέψεις ἀπὸ μένα,
διότι ἡ δύναμή μου
πλέον ἐξαντλήθηκε.
Δῶσε νὰ ἔχω πάντοτε
καρδιὰ συντετριμμένη
καὶ ταπεινὸ φρόνημα,
γιὰ νὰ Σοῦ τὰ προσφέρω
θυσία εὐάρεστη, Μοναδικὲ Σωτήρα μου.
Κριτή, ποὺ γνωρίζεις τὴν καρδιά μου
καὶ ποὺ πάλι νὰ ᾿ρθεις πρόκειται
μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους
γιὰ νὰ κρίνεις ὁλόκληρο τὸν κόσμο·
τότε κοιτάζοντάς με μὲ βλέμμα
σπλαχνικὸ λυπήσου με.
Κι ἐλέησε, Ἰησοῦ, ἐμένα
ποὺ ἁμάρτησα πιότερο
ἀπὸ κάθε ἄλλον ἄνθρωπο.
Δόξα ἀνήκει στὸν Πατέρα...
Τριάδα ὁμοούσια,
Μονάδα τρισυπόστατη,
Σὲ ἀνυμνοῦμε·
τὸν Πατέρα δοξάζοντας,
τὸν Υἱὸ μεγαλύνοντας
καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προσκυνώντας.
Τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι ἀληθινὰ στὴ φύση ἕνας,
μιὰ ζωὴ καὶ τρεῖς ζωές,
κι ἡ Βασιλεία ἡ ἀτέλειωτη.
Καὶ τώρα...
Θεοτοκίο.
Τὴν πόλη σου φύλαγε,
ἄχραντη Θεογεννήτρια.
Γιατὶ μὲ τὴ δική σου δύναμη
πιστὰ βασιλεύοντας ἀνάμεσα στὶς ἄλλες πόλεις,
μὲ τὴ χάρη σου γίνεται δυνατή.
Καὶ μὲ τὴ βοήθειά σου νικώντας
κατατροπώνει κάθε πειρασμὸ
καὶ σκυλεύει τοὺς ἐχθροὺς
καὶ κυβερνᾶ τοὺς ὑπηκόους της.